skip to Main Content
Βιβλιοπαρουσίαση Νικόλ Κουτροπούλου, «Νευροδίκαιο», εκδόσεις Άλλωστε, 2022

Νικόλ Κουτροπούλου, «Νευροδίκαιο», εκδόσεις Άλλωστε, 2022.

_______________________________

Απόστολος Γ. Φαρδής

Νομικός, ΜΔΕ, ΜΔΕ, υπ. ΔΝ ΕΚΠΑ, Μέλος Δ.Σ. Ελληνικής Ένωσης Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής

 

Το πρώτο βιβλίο της Νικόλ Κουτροπούλου φέρει τον τίτλο του ομώνυμου επιστημονικού κλάδου, «Νευροδίκαιο», στα άδυτα του οποίου επιχειρεί να εμβαθύνει η συγγραφέας. Ποιοι είναι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές ; Είναι ικανή η νευροεπιστήμη να αναδιαμορφώσει τις παραδοσιακές νομικές και δογματικές αντιλήψεις ; Με ποιόν τρόπο δύναται να συμβάλλει από εδώ και στο εξής στην αποτελεσματικότητα και ουσιαστικότητα της απονομής της δικαιοσύνης το Νευροδίκαιο;

Με τη διεισδυτική ματιά και τη διεπιστημονικότητα που οφείλουν να χαρακτηρίζουν τον ερευνητή καθίσταται αναντίρρητη η πρόταξη του ατόμου στο προσκήνιο της επιστημονικής ανάλυσης που επιχειρεί η συγγραφέας. Η αλληλεπίδραση των ατόμων μεταξύ τους και ιδίως η ανάλυση των συνεπειών των πράξεων/ παραλείψεων και των επιπτώσεων αυτών σε άλλα άτομα και στην κοινωνία εν γένει αποτέλεσε και αποτελεί τη λυδία λίθο της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα ερώτημα που αναδύονται παρουσιάζουν ανεξάντλητο ενδιαφέρον. Άραγε, τί συμβαίνει σε εκείνους τους ανθρώπους που υποπίπτουν σε σοβαρά παραπτώματα εναντίον των άλλων[1] ; Υφίσταται ορισμένη μεταβολή στον εγκέφαλό τους[2] ή η συμπεριφορά τους είναι προϊόν τυχόν πεποιθήσεων, εκτιμήσεων ή διαμόρφωσης ενός κοινού αισθήματος περί δικαίου; Δικαιολογούνται, συνεπώς, οι εγκληματικές πράξεις των ατόμων μίας κοινωνίας και , αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Η κατανομή της ύλης του βιβλίου παρουσιάζεται από τη Ν. Κουτροπούλου σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος πραγματοποιείται μία εισαγωγή στον κόσμο της νευροεπιστήμης και μία πρώτη γνωριμία με τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπη με τη μάθηση και την επίγνωση της λανθάνουσας συμπεριφοράς διά των γνωστών πειραμάτων, πρώτον της υπακοής του ψυχολόγου Stanley Milgram του Yale University και ,δεύτερον, του πειράματος της φυλακής του Stanford[3], προκειμένου να καταλήξει στη διαμόρφωση των ανθρώπινων αποφάσεων δια του πειράματος χαρτοπαιγνίων της Iowa[4]. Στο δεύτερο μέρος, οι βασικές έννοιες του Νευροδικαίου καλούνται να αναλύσουν τρεις δημοφιλείς στο κοινό ποινικές υποθέσεις της σύγχρονης νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων. Η συγγραφέας αναλύει τις υποθέσεις Δ. Βακρινού, Κ. Παπαχρόνη και των Σατανιστών της Παλλήνης.

Η εισαγωγή στον κλάδο της νευροεπιστήμης επιδιώκει να εξετάσει εις βάθος τον ανθρώπινο εγκέφαλο και τις αντιδράσεις που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση φυσικών ατόμων και την εξερεύνηση σε μονοπάτια συγγενών επιστημών[5]. Η συγγραφέας επισημαίνει πως το Νευροδίκαιο τείνει να επηρεάσει τον τρόπο εξέτασης των κατηγορουμένων μιας υπόθεσης, ενώ επιπλέον σκιαγραφεί τους νόμους και τους κανόνες περί ειδικών στοιχείων[6], ιδίως στις hard cases, αλλά και στις ποινικές υποθέσεις όπου καθίσταται δυσχερής η συλλογή και προσκόμιση ενώπιον των ανακριτικών αρχών και των δικαστηρίων των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η Ν. Κουτροπούλου ορίζει τη Νευροεπιστήμη ως την αποκάλυψη των μυστικών του ανθρώπινου εγκεφάλου, τα οποία ασκούν καθοριστική επίδραση στη συμπεριφορά των ατόμων και στον τρόπο σκέψης τους, χωρίς ο άνθρωπος να το αντιλαμβάνεται σε πραγματικό χρόνο[7]. Η επισήμανση του ρόλου του νευρικού συστήματος στις νευροεπιστήμες και το δίπολο αντίληψης-ενέργειας εκάστου ατόμου ad hoc  καταδεικνύονται με ενάργεια και παρρησία. Ο εγκέφαλος συνδέεται με το ανθρώπινο σώμα και η ενέργεια όλων των πράξεων/παραλείψεων συνδέεται με τον ανθρώπινο εγκέφαλο[8]. Η νευροεπιστήμη εξαρτάται και εξαρτά την εξέλιξή της από την ψυχολογία, την ψυχιατρική, την ιατρική και το δίκαιο[9].

Μπορεί το Νευροδίκαιο να οδηγήσει σε ορθή, άμεση και αποτελεσματική δικαιοσύνη και, εφόσον η απάντηση είναι θετική, μπορεί να το πράξει από μόνο του ή λειτουργεί μόνο επιβοηθητικά στη διαμόρφωση της δικανικής κρίσης;

Οι δικαστές δεν ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και αφορά την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδεικτικών μέσων, πάντοτε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τους συλλογισμούς που προκάλεσαν τον σχηματισμό της δικανικής τους κρίσης (αρχή της ηθικής απόδειξης)[10]. Εκ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι οι ενδείξεις, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, η ομολογία του κατηγορουμένου, οι μάρτυρες και τα έγγραφα. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς καλούνται να εξετάσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ταυτόχρονα οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου[11], ενώ το Νευροδίκαιο θα μπορούσε να συνδεθεί τόσο με την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του άρθρου 200 ΚΠΔ όσο και με τους μάρτυρες με ειδικές γνώσεις του άρθρου 203 ΚΠΔ. Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αφορά τη διανοητική υγεία του κατηγορουμένου, όπου ο ανακριτής μπορεί με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα και σύμφωνη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, έστω και με πλειοψηφία αφού ακούσει τον συνήγορο, να διατάξει την εισαγωγή του κατηγορουμένου σε δημόσιο ψυχιατρείο για παρατήρηση. Σε κάθε περίπτωση η διάρκεια της παραμονής στο ψυχιατρείο δεν μπορεί να υπερβεί τους 3 μήνες, ενώ ο ύποπτος ή κατηγορούμενος δικαιούται να διορίσει ιδία δαπάνη τεχνικούς συμβούλους[12].

Η συγγραφέας μυεί τον αναγνώστη στις πολύπλοκες δομές της ανθρώπινης φύσης. Η μελέτη του ανθρώπινου εγκεφάλου διατρέχει το σύνολο της έκτασης του βιβλίου, τον ορισμό του οποίου προδιατυπώνει στο κεφάλαιο της πρώτης γνωριμίας με τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος θεωρείται εκείνο το όργανο του σώματός μας που βοηθά τον άνθρωπο στην κίνηση, αντίδραση και ενέργεια[13]. Πώς , όμως, αναπτύσσεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος; Μήπως ακολουθεί ορισμένη εξελικτική διαδικασία;

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου εκκινεί στο εμβρυακό στάδιο, ιδίως στη χρονική περίοδο των τεσσάρων εβδομάδων από τη σύλληψη του εμβρύου και στον σχηματισμό του νευρικού σωλήνα , και ολοκληρώνεται στο νεανικό, σημειώνει η συγγραφέας[14]. Από την ανάλυσή της δεν παραλείπεται ο ορισμός εννοιών, με τις οποίες ένας νομικός δεν έχει ιδιαίτερη εξοικείωση, όπως η έννοια της νευρογένεσης και των νευρώνων. Στους νευρώνες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, καθόσον εκείνοι συμβάλλουν στη λήψη, επεξεργασία και μετάδοση σημάτων σε μεσοκυτταρικά και ενδοκυτταρικά επίπεδα, τα οποία είναι αναγκαία για τη μεταβίβαση πληροφοριών εντός του κυττάρου. Η αναμέτρηση με έννοιες της ιατρικής επιστήμης, όπως η νευρογένεση και οι νευρώνες, συμβάλλει αποφασιστικά στην εκλέπτυνση των ορισμών αυτού του επιστημονικού πεδίου και στη διασάφηση ορισμένων εννοιών για τους νομικούς, η οποία καθίσταται αναγκαίο προστάδιο εξοικείωσης με έννοιες διαφορετικών επιστημονικών πεδίων που καταδεικνύουν το αδήριτο της διεπιστημονικότητας και διακλαδικότητας για την επίτευξη ορθής και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Οι ιπποκρατικές αναφορές[15] στον ανθρώπινο εγκέφαλο εσωκλείουν τις απόψεις περί πολυπλοκότητας και τελειότητας, δύο στοιχεία που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον ο ανθρώπινος εγκέφαλος φαίνεται να αποτελείται από 100 δις. νευρικά και νευρογλοιακά κύτταρα, αλλά και από νευρώνες, ενώ η αποκρυπτογράφηση συντελεί στον καθορισμό -όσο είναι εφικτό- των κινήτρων και των συμπεριφορών/ αντι- συμπεριφορών των ανθρώπων. Είναι , πράγματι,  εύκολα αναγνώσιμη από τον άνθρωπο η εγκεφαλική λειτουργία και ιδίως η εγκεφαλική δυσλειτουργία ; Η Ν. Κουτροπούλου μας καλεί να αναρωτηθούμε και να εμβαθύνουμε σε κίνητρα, συμπεριφορές, δράσεις και αντιδράσεις του ανθρώπου[16].

Η επίγνωση της λανθάνουσας συμπεριφοράς συνδέεται με τη μάθηση, η οποία βρίσκεται σε άμεση αλληλεξάρτηση με την ικανότητα του νευρικού μας συστήματος να είναι σε θέση να συγκρατήσει και να αφομοιώσει γνώσεις και εμπειρίες, προκειμένου ο άνθρωπος να έχει την ικανότητα να διαμορφώσει συμπεριφορές στο μέλλον χάριν και της προσαρμοστικότητάς του σε νέες καταστάσεις και κοινωνικά πρότυπα. Η συγγραφέας δεν διστάζει να εκκινήσει από τη βρεφική και νηπιακή ηλικία την αναζήτησή της για αναγνώριση του καλού και του κακού. Στην ηλικία εκείνη ο άνθρωπος δεν δύναται να εκφράσει με λόγια τις σκέψεις του, απλώς παρατηρεί και δείχνει τις επιθυμίες του με νεύματα, όπως παρατηρείται και στο πείραμα με το κουκλοθέατρο του Yale. Από τη βρεφική ηλικία φαίνεται πως ο άνθρωπος ερμηνεύει τα κίνητρα των σχημάτων βάσει των κινήσεων και των ενεργειών τους, προσεγγίζοντας το «καλό» σχήμα, δηλαδή τις καλόβουλες ενέργειες. Επιπροσθέτως, η συγγραφέας επικαλείται τη Χάνα Άρεντ [17] σχετικά με τα ερεθίσματα του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ιδίως κατά τον Β΄ΠΠ και την περίπτωση του Αδόλφου Άιχμαν [18], τα αμφιλεγόμενα πειράματα υπακοής του Stanley Milgram και της φυλακής του Stanford. Οι κακόβουλες ενέργειες δύνανται να εκφρασθούν απρόβλεπτα και αυθόρμητα υπό ορισμένες συνθήκες, εξ’ ου και θα πρέπει ο άνθρωπος να εκφράζει τα συναισθήματά του[19].

Κατόπιν της ευσύνοπτης και παραστατικής παρουσίασης των ήδη γνωστών πειραμάτων, η Ν. Κουτροπούλου έρχεται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου να πραγματοποιήσει μία προσωπική ενδοσκόπηση στις πτυχές των ανθρώπινων αποφάσεων συνδυάζοντας τις σωματικές- εγκεφαλικές βλάβες με τη λήψη αποφάσεων και τη μεταβολή της ανθρώπινης συμπεριφοράς και εν γένει προσωπικότητας. Πόσες φορές, άλλωστε, μετά από μία σοβαρή σωματική βλάβη, δεν βλέπει ο άνθρωπος τη ζωή του με άλλο βλέμμα και πιο αισιόδοξη προοπτική ;

Σημείο τομής του βιβλίου αποτελεί ,κατά τη γνώμη μου, η σύνδεση της νευροεπιστήμης με το νευροδίκαιο[20]. Ο ορισμός του Νευροδικαίου έρχεται στη σελίδα 62 και σχετίζεται με τη βιοηθική και τη βιονομική αντανάκλαση κατά τη συγγραφέα[21], υπό τον άγρυπνο φακό της μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η εξελικτική διαδικασία του Νευροδικαίου περιγράφεται σε τέσσερα στάδια κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Το πρώτο στάδιο αφορά την εκκίνηση του ιατρονομικού διαλόγου στις αρχές του 20ου αιώνα ως σημείο καμπής και ανάπτυξης της διεπιστημονικότητας. Το δεύτερο στάδιο εμφανίζεται με το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα[22] στο νομικό σύστημα της δεκαετίας του 1950. Το τρίτο στάδιο λαμβάνει χώρα με τη χρήση της ψυχοχειρουργικής για την πρόληψη των περιστατικών βίας στις δεκαετίες 1960 και 1970. Το τέταρτο στάδιο αναφέρεται στην ανάπτυξη του νευροδικαίου σε αγωγές για σωματικές βλάβες στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Χρήσιμο ερευνητικό εγχείρημα θα αποτελούσε και η ανάλυση της εξέλιξης του νευροδικαίου από το 2000 και έπειτα, δηλαδή η ανάλυση των ανθρώπινων συμπεριφορών κατά την πρώτη και δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με ιδιαίτερη μνεία στις ανθρώπινες συμπεριφορές στην προ- και μετά- διεθνούς οικονομικής κρίσης εποχή, αλλά και στην pre Covid-19 και post Covid-19 περίοδο, αλλά και στη διαμορφωθείσα νομολογία των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων κατά τις δεκαετίες 2000-2010 και 2010-2020.

Στις ΗΠΑ ο αριθμός των δημοσιευμένων μελετών αναφορικά με πτυχές του Νευροδικαίου και της Νευροεπιστήμης έχει τετραπλασιαστεί εν συγκρίσει με το 2000, ενώ η διδασκαλία του αντικειμένου έχει εισαχθεί σε αναγνωρισμένα Πανεπιστήμια, όπως της Pennsylvania. Στην Ευρώπη χρησιμοποιούνται νευροαπεικονιστικές τεχνικές σε δικαστήρια αρκετών χωρών, όπως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ολλανδίας και της Ιταλίας[23].

Η συγγραφέας ορθά και με σαφήνεια επισημαίνει και επιμένει πως η νευροεπιστήμη δεν καλείται να υπερκαλύψει τους νόμους και το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων, διότι οι νόμοι καθορίζουν το δίκαιο[24]. Η νευροεπιστήμη καλείται στο πλαίσιο της πραγματογνωμοσύνης να διαδραματίσει τον ρόλο αποδεικτικού μέσου της ποινικής διαδικασίας[25], εξετάζοντας παράλληλα και υποστηρικτικά τα συνταγματικά και ποινικά όρια της διαδικασίας. Για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως σύμφωνα με το άρθρο 137 Α παρ. 4 ΠΚ ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας  θεωρούνται: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας, β) η παρατεταμένη απομόνωση, η ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ στην απόφαση Neshkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας της 27.01.2015 (αριθ. προσφ. 36925/10, 21487/12, 72893/12, 73196/12, 77718/12, 9717/13) εξέδωσε πιλοτική απόφαση για τις απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης σε φυλακές και σωφρονιστικά καταστήματα βάσει των άρθρων 3 και 13 ΕΣΔΑ[26]. Εν προκειμένω , η συγγραφέας αναφέρεται ακροθιγώς σε ορισμένες ποινικές υποθέσεις που απασχόλησαν τόσο τη δικαιοσύνη όσο και την κοινή γνώμη, κυρίως για τη βιαιότητα των εγκλημάτων και την νευροδικαιική διάσταση αυτής.

Στον επίλογο η συγγραφέας εξαίρει το έργο της νευροεπιστήμης στην ιατρική εξέταση του δράστη ως προς την εγκεφαλική λειτουργία και την ψυχική του κατάσταση[27]. Η νευροεπιστήμη συνοδεύει και δύναται να οδηγήσει σε λόγους άρσης του καταλογισμού κατά την αξιολόγηση ποινικών υποθέσεων από τα δικαστήρια, ωστόσο ο δικαστής θα πρέπει να εκτιμήσει τα αποδεικτικά μέσα και να αποφανθεί με κριτήριο τον νόμο και τη συνείδησή του, πάντοτε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Το παρόν βιβλίο αποτελεί μία ευσύνοπτη και προσεκτική μελέτη με συστηματικά κατανεμημένη ύλη και απλά παραδείγματα, όπου ο κάθε αναγνώστης ανεξάρτητα από την επιστημονική ή επαγγελματική του ενασχόληση μπορεί να διαβάσει ευχάριστα ως ένα μέσο μύησης στον λαβύρινθο του Νευροδικαίου. Ευχόμαστε η ιδέα της συνέχειας του «Νευροδικαίου» με την εξέλιξή του στις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα μέσα από τη θεωρία και τη νομολογία ελληνικών- ευρωπαϊκών και αμερικανικών δικαστηρίων να είναι το έναυσμα για το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως, το οποίο θα περιμένουμε εναγωνίως!

Αντί επιλόγου, ας θυμηθούμε την επιστολή της Χάνα Άρεντ προς τον Γκέρσομ Σόλεμ, ο οποίος της άσκησε δριμεία κριτική στην ιδέα της κοινοτοπίας του κακού: «Σήμερα είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ ριζικό, αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση. Το κακό μπορεί να κατακυριεύσει τα πάντα και να σαρώσει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας. Το κακό «προκαλεί τη σκέψη», όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί να αγγίζει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες και, από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Εδώ έγκειται η ρηχότητά του». [1963]

 

[1]Κουτροπούλου Ν., Νευροδίκαιο, εκδόσεις Άλλωστε, Αθήνα, 2022, σελ. 13- 14. [Στο εξής: Νευροδίκαιο]

[2]Νευροδίκαιο, σελ. 14.

[3]Στη διεθνή βιβλιογραφία αποτυπώνεται ως SPE (Stanford Prison Experiment), https://www.prisonexp.org/ (τελευταία πρόσβαση 05/02/2022).

[4]Στη διεθνή βιβλιογραφία αποτυπώνεται ως IGT (Iowa Gambling Task), https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fpsyg.2015.00391/full (τελευταία πρόσβαση 05/02/2022).

[5]Νευροδίκαιο, σελ. 15.

[6]Νευροδίκαιο, σελ. 15.

[7]Νευροδίκαιο, σελ. 20.

[8]Βλ. Φαρδή Α., Το status του ανθρώπινου σώματος, 2017, σελ. 25-26 αναφορικά με τη σημασία του ανθρώπινου εγκεφάλου στο παράδειγμα του Derek Parfit, Reasons and Persons, Oxford University Press, 1984, σελ. 211 και στις αναφορές σε Paul Ricoeur, Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος, μετ. Βίκυ Ιακώβου, εκδόσεις Πόλις, 2008, σελ. 176. Το πρόσωπο έχει μία βιωμένη σχέση με τα μέλη του είτε ως όργανα κίνησης (άνω και κάτω άκρα), είτε ως όργανα αντίληψης (οφθαλμοί) είτε συγκίνησης- συναίσθησης (καρδιά), εντούτοις ο εγκέφαλος παρουσιάζεται για τον Parfit ως μία μη βιωμένη εσωτερικότητα, μία μνημονική συνέχεια ως τρόπο απαλλαγής από την προσωπική κατοχή. Η αναφορά στα ομοιώματα μνήμης με μνημονικά ίχνη και κοινές αναμνήσεις αποτελούν τα puzzling cases του Derek Parfit.

[9]Νευροδίκαιο, σελ. 21.

[10]Άρθρο 177 ΚΠΔ (Αρχή της ηθικής απόδειξης). Βλ. μεταξύ άλλων, Σορβατζιώτη Δ., Η ηθική απόδειξη στα πλαίσια της νομιμότητας, Ποινική Δικαιοσύνη, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, τ. 12/2014, σελ. 1093, Κωνσταντινίδη Α., Ποινική απόδειξη και αναιρετικός έλεγχος, Ποινικά Χρονικά, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, τ. 4/2022, σελ. 241.

[11]Άρθρο 178 ΚΠΔ (Αποδεικτικά μέσα- Βάρος απόδειξης).

[12]Άρθρο 204-205 ΚΠΔ (Διορισμός τεχνικού συμβούλου και αριθμός τεχνικών συμβούλων).

[13]Νευροδίκαιο, σελ. 23.

[14]Νευροδίκαιο, σελ. 23-24.

[15]Νευροδίκαιο, σελ. 26.

[16]Νευροδίκαιο, σελ. 26.

[17]Βλ. Bernstain R., Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ, επιμέλεια Ψυχογιος Δ., μετάφραση Σουλαδάκη Β., εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2019, σελ. 33 για το δικαίωμα στα δικαιώματα και σελ. 71 για την κοινοτοπία του κακού σε σχέση με τη δημοσίευση της Χανα Αρεντ το 1963 του Eichmann in Jerusalem και ιδίως την κριτική που δέχτηκε για το γεγονός ότι τον έκανε να φαίνεται πιο συμπαθής από τα θύματά του, τους Εβραίους, επιρρίπτοντας ευθύνες για την εξόντωσή τους στους ίδιους τους Εβραίους. Η Χάνα Άρεντ επιδοκίμασε απόλυτα την ετυμηγορία του ισραηλινού δικαστηρίου σχετικά με την ευθύνη και την ενοχή του Eichmann «Η απόφαση του δικαστηρίου σε αυτό το σημείο ήταν παραπάνω από σωστή, ήταν η αλήθεια». Ο Eichmann καταδικάστηκε σε θάνατο. Οι πράξεις του ήταν όντως τερατώδεις, ωστόσο ο ίδιος δεν ήταν τέρας. Ήταν κοινός, συνηθισμένος, εγκλωβισμένος στα ίδια του κλισέ και στους κανόνες.

[18]Νευροδίκαιο, σελ. 34.

[19]Νευροδίκαιο, σελ. 47.

[20]Νευροδίκαιο, σελ. 61 επ.

[21]Βλ. Sen F., The Overlooked History of Neurolaw, 85 Fordham Law Review, 2016, σελ. 668- 694, με την εξαιρετική ανάλυση των τεσσάρων ιστορικών στιγμών του Νευροδικαίου.

[22]Νευροδίκαιο, σελ. 63 επ.

[23]Νευροδίκαιο, σελ. 68.

[24]Νευροδίκαιο, σελ. 73.

[25]Νευροδίκαιο, σελ. 74.

[26]https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/thematologia/axioprepeia/apofash-pilotos-gia-tis-sunthikes-krathshs-stis-fulakes/ (τελευταία πρόσβαση 31.05.2022),

[27]Νευροδίκαιο, σελ. 94.

Back To Top