skip to Main Content

Άκυρη είναι η μέσω αντιπροσώπου δικαιοπραξία του ανικάνου, όταν κατά τη χορήγηση της πληρεξουσιότητος συνέτρεχε περίπτωση της ΑΚ 131 παρ. 2. Η υποχρέωση ιατρικού απορρήτου αίρεται με συναίνεση εκείνου που τον αφορά και, σε περίπτωση θανάτου του, με συναίνεση των συγγενών του έως τετάρτου βαθμού. Ουσιώδες προς άρση του ιατρικού απορρήτου είναι η διαφύλαξη του εννόμου συμφέροντος του ασθενούς. Στάθμιση συμφερόντων μεταξύ ιατρικού απορρήτου και προστατευόμενου συμφέροντος. Η ακυρότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων είναι σχετική και δεν λαμβάνεται υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά μόνο κατόπιν προτάσεως του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων. Ιατρικές βεβαιώσεις προς απόδειξη δικαιοπρακτικής ανικανότητος. Εξομοίωση αποδεικτικής ισχύος ιδιωτικών ιατρικών πιστοποιητικών με δημόσια ιατρικά πιστοποιητικά. Αίτημα επιδείξεως διά της κυρίας αγωγής. Στοιχείο της αιτήσεως είναι το έννομο συμφέρον του ενάγοντος. Άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων μόνο για συγκεκριμένους περιοριστικούς λόγους εννόμου συμφέροντος.

Αριθμός απόφασης 21/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ  ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΞΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Σουλτάνα Κρυστάλλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ουρανία Ταπεινοπούλου, Πρωτοδίκη, Δημήτριο Βογιατζή, Πρωτοδίκη-Εισηγητή και τη Γραμματέα Δέσποινα Καρελέμογλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 19-2-2015 για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση, μεταξύ των:

ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1) ………………………………….και 2)…………………………………………………, οι οποίοι παραστάθηκαν διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ιωάννη Πρωτονοτάριου του δικηγορικού συλλόγου Νάξου και Θεοδώρου Αγγελόπουλου, του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1)……………………………………………………………………………………………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας Μάρκου του δικηγορικού συλλόγου Νάξου, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις και 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (Σταδίου 40) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ασημάκη Ασημακόπουλου του δικηγορικού συλλόγου Νάξου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 18.3.2014 αγωγή τους, για αναγνώριση ακυρότητας δικαιοπραξιών και επίδειξης εγγράφων, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 17/2014, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχική δικάσιμος η και μετά από αναβολή η παραπάνω αναφερόμενη και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

  1. Η διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 16 του Νόμου 2447/1996, ορίζει στην παράγραφο 1 ότι : «Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν, κατά τον χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη συνείδησης του προσώπου, για τις πράξεις που επιχειρεί, υπάρχει, όταν λείπει από αυτό η δυνατότητα της διάγνωσης της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης δικαιοπραξίας, συνιστά δε αυτή παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια. Αντίστοιχα ψυχική ή διανοητική διαταραχή (πνευματική νόσος κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ), που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης, υπάρχει, όταν εξ αιτίας νόσου, που μπορεί να είναι προσωρινή ή διαρκής, το πρόσωπο αδυνατεί και πάλι να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και να προσδιορίσει έτσι με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του. Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά τον χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη αν, κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις ανωτέρω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούληση του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες, που θα προκύψουν από αυτή. Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία, που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 1291/2009, ΑΠ 48/2009, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΠ 223/ 2008 ,ΝοΒ 2009.51, ΑΠ 1193/2006 ΝοΒ 2006. 1300). Κρίσιμος σε όλες τις περιπτώσεις είναι ο χρόνος δήλωσης της βούλησης, ενώ γεγονότα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα, από τα οποία μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη (βλ. ΑΠ 459/2003, ΝοΒ 223.1219). Ωστόσο, με την παράγραφο 2 της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ τίθενται περιορισμοί στο δικαίωμα των κληρονόμων να επικαλεσθούν την ακυρότητα δικαιοπραξίας, που κατάρτισε ο κληρονομούμενος από αυτούς, ενώ βρισκόταν σε μια από τις ως άνω καταστάσεις ανικανότητας και σχετικά ορίζεται ότι οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της παρ. 1 της διάταξης άρθρου αυτού τις μη χαριστικές (δηλαδή τις επαχθείς) δικαιοπραξίες, που έγιναν προς τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν, τότε μόνον (α) αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία, (β) αν η δικαιοπραξία καταρτίσθηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας και (γ) αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία. Έτσι, με τους περιορισμούς αυτούς, που αποδίδουν κατά βάση τους περιορισμούς του καταργημένου με τη διάταξη του άρθρου 13 του Νόμου 2447/1996 άρθρο 1695 του ΑΚ ως προς τη δυνατότητα των κληρονόμων του αποβιώσαντος να προσβάλουν για φρενοβλάβεια τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες του, η ανικανότητα του κληρονομουμένου σχετικοποιείται, χωρίς όμως να σχετικοποιείται και η προκαλούμενη ακυρότητα, η οποία εξακολουθεί να είναι απόλυτη (βλ. ΑΠ 8/2013, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, σε αντίθεση με τους ειδικούς διαδόχους ή τους τρίτους, οι οποίοι μπορούν να προσβάλουν χωρίς περιορισμούς το σύνολο των δικαιοπραξιών, χαριστικών ή μη χαριστικών, του προσώπου που ενήργησε, ενώ βρισκόταν σε μια από τις καταστάσεις ανικανότητας της παραγράφου 1 της διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ, οι κληρονόμοι του ναι μεν μπορούν και αυτοί να επικαλεσθούν ελεύθερα την ακυρότητα των χαριστικών δικαιοπραξιών του (βλ. ΑΠ 8/2013, ΑΠ 274/2011, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), όμως, την ακυρότητα των επαχθών δικαιοπραξιών του μπορούν να την επικαλεσθούν, ακόμη και μεταξύ τους, μόνο με τους περιορισμούς της παραγράφου 2 της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 8/2013, ό.π., ΑΠ 888/2010, βλ. και ΑΠ 223/2002, ΑΠ 1687/2002 ΑΠ 1019/2003, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 1695 του ΑΚ). Ειδικότερα, η κατάσταση ανικανότητας του κληρονομουμένου σε σχέση με επαχθή δικαιοπραξία, που αυτός επιχείρησε, μπορεί κατά την παράγραφο 2 (γ) της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ να προβληθεί από τους κληρονόμους του ως λόγος ακυρότητας της δικαιοπραξίας του, κατά την παράγραφο 1 της ίδιας ως άνω διάταξης, όταν η κατάσταση αυτή προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία, δηλαδή αμέσως από το περιεχόμενό της και όχι, εμμέσως, από το σύνολο των συνθηκών της κατάρτισής της, (βλ. ΑΠ 8/2013, ό.π., πρβλ. και ΑΠ 352/2003). Η άκυρη για την αιτία αυτή δικαιοπραξία μπορεί να έχει καταρτισθεί και από αντιπρόσωπο του ανικάνου, εφόσον αυτός χορήγησε τη σχετική πληρεξουσιότητα στον αντιπρόσωπό του, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση τέτοιας ανικανότητας, οπότε ναι μεν η πληρεξουσιότητα δεν συνιστά καθ’ εαυτή επαχθή δικαιοπραξία, όμως, εφόσον αφορά στην τέλεση από τον αντιπρόσωπο του ανικάνου επαχθούς δικαιοπραξίας, εμπίπτει τελικά στους περιορισμούς της παραγράφου 2 της διάταξης του άρθρου 131 του ΑΚ και τόσο η ίδια όσο και η βασιζόμενη σε αυτήν μετέπειτα δικαιοπραξία του αντιπροσώπου του μπορούν να προσβληθούν ως άκυρες από τους κληρονόμους του μόνο με τους περιορισμούς αυτούς, δηλαδή εκτός άλλων και όταν η κατάσταση της ανικανότητας του κληρονομουμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της πληρεξουσιότητάς του είτε ευθέως είτε σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας στην οποία κατέληξε (βλ. ΑΠ 8/2013, ό.π.). Περαιτέρω, ως πνευματική ασθένεια νοείται κυρίως η ψυχική (βλ. ΕφΑθ 5124/2006, ΕλλΔνη 2009.207), η οποία αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς (βλ. ΑΠ 12/2005, ΧριΔ 2005.503, ΕφΑθ 5405/2003, ΕλλΔνη 2003.1048). Αρκεί η ύπαρξη πνευματικής ασθένειας, που αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό τους βούλησης κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ. ΑΠ 459/1996, ΕλλΔνη 1997.577), ενώ δεν απαιτείται ο άρρωστος πνευματικά να έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση (βλ. ΕφΑθ 5124/2006, ΕλλΔνη 2009.20). Μπορεί δε αυτή να οφείλεται σε γνήσια ψύχωση, σχιζοφρένεια ή παράνοια (βλ. ΕφΑθ 5124/2006, ό.π.), γεροντική άνοια, μαλάκυνση εγκεφάλου (βλ. ΑΠ 179/1984, ΝοΒ 33.256), ηλιθιότητα, έμμονες ιδέες, οποιαδήποτε νοσηρή κατάσταση των πνευματικών λειτουργιών (βλ. ΕφΑθ 1984/1977, Νοβ26.518) καθώς και νοσηρή διατάραξη οφειλόμενη σε σωματική νόσο (βλ. ΕφΑθ 1984/1977, ό.π).  Η μία από τις καταστάσεις, που αναφέρονται στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της δήλωσης βούλησης (βλ. ΑΠ 1687/2002, ΕλλΔνη 2003.1594). Περαιτέρω, η ακυρότητα της δήλωσης βούλησης αν συντρέχουν μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στην προαναφερόμενη διάταξη είναι απόλυτη και προτείνεται από τον καθένα, που έχει έννομο συμφέρον (βλ. ΑΠ 18/2005, ΕλλΔνη 2005.706, ΕφΑθ 5124/2006, ΕλλΔνη 2009.207, ΕφΑθ 5405/2003, ΕλλΔνη 2003.1409).  Το δε δικαστήριο κρίνει περί της εννοίας της ελλείψεως της συνειδήσεως των πράξεων και του αποφασιστικού περιορισμού της λειτουργίας της βούλησης με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του εντεύθεν πορίσματος και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, που κάθε νουνεχής άνθρωπος και, επομένως, και ο Δικαστής κατέχει (βλ. ΑΠ 1291/2009, ΑΠ 48/2009, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τέλος, ακυρότητα της δικαιοπραξίας κατά το άρθρο 131 ΑΚ απαγγέλλεται συνεπεία ελαττώματος στη βούληση του δικαιοπρακτούντος και δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (βλ. ΑΠ 1291/2009, ΑΠ 274/2011, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
  2. Σύμφωνα με την νομοθεσία, όλα τα στοιχεία που αφορούν ασθενή είναι εμπιστευτικά, με σκοπό τόσο την προστασία του ιδιωτικού απορρήτου όσο και την εμπιστοσύνη του κοινού στο ιατρικό επάγγελμα, η οποία δεν γίνεται να θεμελιωθεί χωρίς την ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στον ιατρό και τον ασθενή, και την εξ αυτής προαγωγή της δημόσιας υγείας (βλ. Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 15/2007, με παραπομπή σε Κωνσταντινίδη, Το ιατρικό απόρρητο, ΠοινΛογ 2006.352). Η βασική διάταξη σχετικά είναι αυτή της του άρθρου 13 του Νόμου 3418/2005, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να γίνει αναγωγή τόσο στο Σύνταγμα (βλ. άρθρα 9 παρ. 1 και 9Α), όσο και στην Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. άρθρο 8 παρ. 1, βλ. ενδεικτικά από τη νομολογία του ΕΔΔΑ «Perk εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου», ΔιΜΕΕ 2004.434), ως έκφανση του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και του δικαιώματος προστασίας προσωπικών δεδομένων. Κυρώσεις για την παραβίαση των εμπιστευτικών αυτών δεδομένων προβλέπονται βάσει των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 του ΑΚ καθώς και της διάταξης του άρθρου 371 του ΠΚ, τους πειθαρχικούς κανονισμούς των ιατρικών συλλόγων και των νοσοκομείων, ενδεχομένως δε και κατά τον Νόμο 2472/1997. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του νόμου 3418/2005 προβλέπει ότι : «Ο ιατρός οφείλει να τηρεί αυστηρά απόλυτη εχεμύθεια για οποιοδήποτε στοιχείο υποπίπτει στην αντίληψή του ή του αποκαλύπτει ο ασθενής ή τρίτοι, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, και το οποίο αφορά στον ασθενή ή τους οικείους του.». Όμως, το ιατρικό απόρρητο δεν είναι και απόλυτο. Η ίδια ως άνω διάταξη προβλέπει τις περιπτώσεις άρσης του ιατρικού απορρήτου και ρυθμίζει τους όρους τήρησής του και μετά τον θάνατο του ασθενούς, ενώ συμπληρωματική ρύθμιση περιέχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 8 του ιδίου νόμου. Ειδικότερα ορίζεται ότι : «Η άρση του ιατρικού απορρήτου επιτρέπεται όταν (α.) ο γιατρός αποβλέπει στην εκπλήρωση νομικού καθήκοντος. Νομικό καθήκον συντρέχει όταν η αποκάλυψη επιβάλλεται από ειδικό νόμο, όπως στις περιπτώσεις γέννησης, θανάτου, μολυσματικών νόσων και άλλες, ή από γενικό νόμο, όπως στην υποχρέωση έγκαιρης αναγγελίας στην αρχή, όταν ο ιατρός μαθαίνει με τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται κακούργημα ή ότι άρχισε ήδη η εκτέλεσή του, και μάλιστα, σε χρόνο τέτοιο, ώστε να μπορεί ακόμη να προβλεφθεί ή τέλεση ή το αποτέλεσμά του. (β.) Ο ιατρός αποβλέπει στη διαφύλαξη έννομου ή άλλου δικαιολογημένου, ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος ή συμφέροντος του ίδιου του ιατρού ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορεί να διαφυλαχθεί διαφορετικά. (γ.) Όταν συντρέχει κατάσταση ανάγκης ή άμυνας.», «Η υποχρέωση τήρησης ιατρικού απορρήτου αίρεται εάν συναινεί σε αυτό εκείνος στον οποίο αφορά, εκτός εάν η σχετική δήλωσή του δεν είναι έγκυρη, όπως στην περίπτωση που αυτή είναι προϊόν πλάνης, απάτης, απειλής, σωματικής ή ψυχολογικής βίας, ή εάν η άρση του απορρήτου συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», «Η υποχρέωση τήρησης και διαφύλαξης του ιατρικού απορρήτου δεν παύει να ισχύει με τον θάνατο του ασθενούς» και «Ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά αρχεία, καθώς και λήψης αντιγράφων του φακέλου του. Το δικαίωμα αυτό μετά τον θάνατό του, ασκούν οι κληρονόμοι του, εφόσον είναι συγγενείς μέχρι τετάρτου βαθμού». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι κύριος λόγος άρσης του ιατρικού απορρήτου είναι η συναίνεση του ασθενούς καθώς το απόρρητο παραμένει για όσο επιθυμεί το πρόσωπο χάριν του οποίου έχει τεθεί να παραμείνει απόρρητο. Η συναίνεση ανήκει στον ίδιο τον ασθενή μετά τον θάνατό του όμως το σχετικό δικαίωμα περιέχεται στους κληρονόμους του, εφόσον είναι συγγενείς του μέχρι και τον τέταρτο βαθμό (βλ. Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 15/2007). Εξίσου δε ουσιώδης λόγος άρσης του ιατρικού απορρήτου είναι η διαφύλαξη εννόμου συμφέροντος του ασθενούς, του ιατρού ή του τρίτου, το οποίο δεν μπορεί να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Υποστηρίζεται ότι άγραφη προϋπόθεση της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης είναι η στάθμιση συμφερόντων μεταξύ του ιατρικού απορρήτου και του συμφέροντος, του οποίου η προστασία επιδιώκεται (βλ. Λασκαρίδη σε ΕρμΚΙΔ άρθρ. 13, αρ. 24, με περαιτέρω παραπομπές). Σε κάθε περίπτωση, όμως, είτε δηλαδή απαιτείται στάθμιση συμφερόντων είτε όχι στην εξαίρεση του δικαιολογημένου συμφέροντος ανήκει η λήψη από συγγενείς ιατρικών βεβαιώσεων περί σωματικής ή διανοητικής πάθησης του ασθενούς προκειμένου να αξιοποιηθούν σε δίκη για θέση αυτού υπό δικαστική συμπαράσταση ή για απόδειξη της δικαιοπρακτικής του ανικανότητας και της ακυρότητας των δικαιοπραξιών στις οποίες αυτός προέβη (βλ. και Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 15/2007 καθώς και ΑΠΔΠΧ 85/2012, 34/2011, 48/2004, όπου και επιτρέπεται η χορήγηση ιατρικών βεβαιώσεων για περιπτώσεις ψυχικής νόσου συζύγου σε δίκες οικογενειακού χαρακτήρα). Ειδικότερη προβληματική δημιουργείται για την έγκυρη συναίνεση ως λόγο άρσης του ιατρικού απορρήτου στα πλαίσια του νόμου 2472/1997. Πρώτον, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεδομένα που συλλέγονται από τον ιατρό και αφορούν την υγεία του ασθενούς χαρακτηρίζονται ως «ευαίσθητα» (βλ. Λασκαρίδη σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 13, αρ. 4), με συνέπεια η επεξεργασία τους να ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 7 του νόμου 2472/1997, όπου και προβλέπονται τα ακόλουθα: «Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του, εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στον νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση (…)». Καθίσταται έτσι σαφές ότι η συναίνεση ως λόγος άρσης του ιατρικού απορρήτου, όταν το απόρρητο αφορά την υγεία του ασθενούς, θα πρέπει να έχει ενδυθεί τον έγγραφο τύπο. Συναφώς δε υποστηρίζεται ότι η συναίνεση, εκτός από έγγραφη, θα πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική (βλ. Λασκαρίδη σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 13, αρ. 13 επ.). Σε κάθε όμως περίπτωση, η ακυρότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων είναι σχετική, καθώς εξυπηρετεί το συμφέρον του προσώπου του οποίου τα δεδομένα γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας, με συνέπεια να μη λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά μόνο κατόπιν σχετικής προτάσεως από το ίδιο το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων.
  3. Περαιτέρω, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 5 Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Νόμος 3418/2005) : «Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ ή ιδιώτες ιατρούς». Σημειωτέον ότι με τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 του Νόμου 3627/2007 απαλείφθηκε το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, το οποίο όριζε : «Τυχόν ειδικότερες ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν.». Η διάταξη αυτή εξομοιώνει και από αποδεικτικής ισχύος τα ιδιωτικά ιατρικά πιστοποιητικά με τα δημόσια, όπως άλλωστε συστηματικά συνάγεται και από την εξίσωση του ιδιώτη ιατρού με τον δημόσιο και ως προς την ιδιότητα του υπαλλήλου (βλ. τη διάταξη του άρθρου 5 § 3 του ΚΙΔ): «Ιδιώτες ιατροί που εκδίδουν ιατρικά πιστοποιητικά ή μετέχουν σε επιτροπές που τα εκδίδουν, θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια που έχει ο όρος στον Ποινικό Κώδικα» (βλ. ειδικότερα για το ζήτημα βλ. Λασκαρίδη, Η εξίσωση της νομικής ισχύος δημοσίων και ιδιωτικών ιατρικών πιστοποιητικών, Digesta 2009, σ. 357 επ.). Ο ως άνω κανόνας δικαίου θα πρέπει να συνδυαστεί με τη διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ, κατά την οποία : «Τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη», ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι βεβαιώσεις που χορηγούνται και από ιδιώτη ιατρό αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταποδείξεως (βλ. Λασκαρίδη σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 5 αρ. 18).  I Αρχικά, ίσχυε το αξίωμα nemo tenetur edere contra se, σύμφωνα με το οποίο κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να προσφέρει στον αντίδικό του όπλα για να τον πολεμήσει, με συνέπεια υπό το καθεστώς της ΠολΔ/1834 οι διατάξεις για την επίδειξη εγγράφων να έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα. Πλέον, η επίδειξη εγγράφων ρυθμίζεται από τρία πλέγματα διατάξεων, ήτοι τις ΑΚ 901 – 903, τις 450  έως 452 τους ΚΠολΔ, και τις 14 έως 17 ΕμπΝ. Οι διατάξεις του ΑΚ παρέχουν εξωδικαιοπρακτική αξίωση στον έχοντα έννομο συμφέρον για επίδειξη εγγράφου κατά του κατόχου αυτού (βλ. ΑΠ 626/2014, ΠολΠρωτΘεσ 19500/2013, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Άνθιμο σε ΣΕΑΚ, Εισαγ. 901 – 903, αρ. 3, Τέντε σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2000, Τόμ. Ι, άρθρ. 450 αρ. 1, Νικολόπουλο, Το Δίκαιο της Αποδείξεως, έκδ. 2006, σ. 246), αξίωση, που ασκείται με κύρια αγωγή, οι δε διατάξεις του ΚΠολΔ ρυθμίζουν την επίδειξη εγγράφων, στα πλαίσια υφιστάμενης σχέσης δίκης, ενώ, οι διατάξεις του ΕμπΝ ρυθμίζουν ειδικώς την επίδειξη των εμπορικών βιβλίων. Τα αποσπάσματα των τηρούμενων από την τράπεζα βιβλίων, όπως και η κίνηση καταθετικών λογαριασμών και οι αποδείξεις ανάληψης δεν υπάγονται στην έννοια των εμπορικών βιβλίων (βλ. ΑΠ 845/1992, ΕφΑθ 5956/2012, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), οπότε σε περίπτωση που με κύρια αγωγή ζητείται η επίδειξη αντιγράφων κίνησης λογαριασμών, αντιγράφων αποδείξεων ανάληψης και αντίγραφο πληρεξουσιότητας για διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, η επίδειξή τους ρυθμίζεται μόνον από τις διατάξεις των άρθρων 901 έως 903 του ΑΚ. Ειδικότερα, όπως ορίζει η ΑΚ 902 :  «Όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη ή και αντίγραφό του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του με τη μεσολάβηση τρίτου». Κύρια έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 902 του ΑΚ, από την οποία εξαρτάται η εφαρμογή της, είναι αυτή του εννόμου συμφέροντος του αιτουμένου την επίδειξη του εγγράφου. Ως έννομο συμφέρον νοείται «το συμφέρον», όπερ έχει ο ζητών την επίδειξιν προς επιδίωξιν, διατήρησιν, προστασίαν κτλ σχέσεων αναγνωριζομένων υπό του δικαίου” (βλ. Ράμμο, ΕρμΑΚ, άρθρ. 902 του ΑΚ, αρ. 5). Ως εκ τούτου το έννομο συμφέρον στην ΑΚ 902 ερμηνεύεται με μεγάλη ευρύτητα, ως τέτοιο δε μπορεί να είναι ακόμη και ηθικό, ενώ, δεν είναι απαραίτητο να αφορά έγγραφο με αποκλειστικά δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αρκεί αυτό να επηρεάζει κατά κάποιο τρόπο τις έννομες σχέσεις του αιτούντος (βλ. ΠολΠρωτΘεσ 19500/2013, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Παϊσίδου, Η επίδειξη εγγράφων στην πολιτική δίκη, έκδ. 2006, σ. 42, 43). Το έγγραφο, συνεπώς, του οποίου η επίδειξη ζητείται, θα πρέπει να είναι πρόσφορο για την απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού (βλ. Παϊσίδου, ό.π., σ. 130 επ.), χωρίς να απαιτείται, όπως για την επίδειξη εγγράφων κατά τις διατάξεις των άρθρων 450 – 452 του ΚΠολΔ, το αιτούμενο έγγραφο να είναι η μοναδική διέξοδος για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος (βλ. Παϊσίδου, ό.π., σ. 94). Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον όταν η επίδειξη αποβαίνει ουσιαστικά ανώφελη ή περιττή για την προστασία του αιτούντος, όπως σε αίτημα επίδειξης οικογενειακών επιστολών και ιδιωτικών σημειώσεων με υποκειμενική μόνο αξία, που δεν εξυπηρετούν τα έννομα συμφέροντα του ενάγοντος (βλ. Άνθιμο σε ΣΕΑΚ 902 αρ. 9, με περαιτέρω παραπομπές). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η (κύρια) αγωγή με την οποία αιτείται η επίδειξη εγγράφων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 901 έως 903 του ΑΚ θα πρέπει να πληροί και την προϋπόθεση του ορισμένου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ 1 του ΚΠολΔ (βλ. ΕφΘεσ 1150/2001, ΠολΠρωτΑθ 2193/2004, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), με συνέπεια να πρέπει να περιγράφεται το αιτούμενο έγγραφο με επαρκή ακρίβεια, ώστε (α) να μπορεί να διαπιστωθεί η προσφορότητά του εγγράφου και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, (β.) να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί αποτελεσματικά, χωρίς να καταλαμβάνεται εξ απροόπτου (βλ. ΑΠ 991/2012, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και (γ.) να είναι η απόφαση που θα διατάσσει την επίδειξη δεκτική εκτέλεσης (βλ. σχετικά Άνθιμο σε ΣΕΑΚ 902, αρ. 20). Ειδικότερα, ατά τη διάταξη του άρθρου 902 του ΑΚ, προκύπτει σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση εκείνου που επιδιώκει να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου ασκείται με αγωγή, στοιχεία της οποίας είναι η κατοχή του εγγράφου από τον εναγόμενο και το έννομο συμφέρον που έχει ο ενάγων για να λάβει γνώση αυτού. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση του κατέχοντος να προβεί σε επίδειξη του εγγράφου απορρέει απ` ευθείας από τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, είναι δηλαδή ενοχή εκ του νόμου (βλ. ΑΠ 626/2014, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για να είναι όμως ορισμένη η προς το Δικαστήριο υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί και το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με τη συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, διότι το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη (βλ. ΑΠ 953/2002, ΕλλΔνη 44.1310, ΑΠ 1613/2000, ΕλλΔνη 42.681, ΑΠ 1341/2000, ΕλλΔνη 43.407, ΑΠ 1071/2000, ΕλλΔνη 42.402, ΑΠ 1565/1998, ΕλλΔνη 40.127). Ειδικότερα, στη σχετική αίτηση πρέπει για την πληρότητα της να αναφέρεται ότι ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η επίδειξη του εγγράφου κατέχει τούτο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Αν δεν γίνεται μνεία περί της κατοχής αυτής, που εξακολουθεί δηλαδή κατά τον χρόνο της σχετικής δίκης, η αίτηση απορρίπτεται ως αόριστη, η δε αοριστία αυτή δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 451, αρ. 10).  V. Ως τραπεζικό απόρρητο νοείται καταρχήν «η υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος να μην παρέχει στους τρίτους πληροφορίες για οικονομικές σχέσεις ή άλλα γεγονότα του πελάτη, τα οποία ο πελάτης εμπιστεύθηκε σε αυτό ή των οποίων το πιστωτικό ίδρυμα έλαβε γνώση κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Κατά μία δεύτερη μορφή εμφανίσεως του «το τραπεζικό απόρρητο νοείται (και) ως το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος να αρνηθεί σε τρίτους την παροχή πληροφοριών για τις οικονομικές σχέσεις του πελάτη. Το τραπεζικό απόρρητο ως το απόρρητο που τρίτος εμπιστεύεται σε επαγγελματία, του οποίου το επάγγελμα χαρακτηρίζεται από μία ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης, αντιμετωπίζεται τόσο στο ελληνικό δίκαιο όσο και στα ξένα δίκαια ως ιδιάζουσα έκφανση του επαγγελματικού απορρήτου. Με βάση τα νομοθετικά δεδομένα στο ελληνικό δίκαιο είναι καθιερωμένη η διάκριση ανάμεσα στο γενικό τραπεζικό απόρρητο, το οποίο καταλαμβάνει όλο των κύκλο των τραπεζικών εργασιών, εκτός από τις καταθέσεις, και στο ειδικό τραπεζικό απόρρητο, δηλαδή το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων που θεσπίστηκε με το ν.δ. 1059/1971, όπως τροποιήθηκε από τους νόμους 1858/1989 και 1868/1989, βλ. και άρθρο 25 παρ 3 του νόμου 2214/1994) και που διέπεται από σύστημα ρυθμισμένων  και αυστηρών ποινικών κυρώσεων. Αναφορικά με τις τραπεζικές καταθέσεις ειδικότερα ο έλληνας νομοθέτης δεν αρκέστηκε στην ύπαρξη του γενικού τραπεζικού απορρήτου, η ισχύς του οποίου ποτέ δεν αμφισβητήθηκε. Με σκοπό να δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης και να προσελκύσει  τις καταθέσεις στις τράπεζες για την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας (βλ. ΟλΑπ 3/1993, Δ 25(1994) 479=ΝοΒ 43(1995)2231), όπως προαναφέρθηκε θέσπισε με το ν.δ. 1059/1971 το λεγόμενο ειδικό τραπεζικό απόρρητο καθιερώνοντας συγχρόνως και δρακόντιες ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασής του. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ. 1059/1971, όπως διαμορφώθηκε από το άρθρο 10 παρ 1 του νόμου 1858/1989 «Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες». Με τη ρύθμιση αυτή (βλ. και το άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 του νόμου  1858/1989 «χρηματικές ή άλλες συναλλαγές, λύθηκε το ζήτημα που είχε προκύψει  και γίνεται γενικά δεκτό ότι το απόρρητο καλύπτει όχι μόνο τις χρηματικές καταθέσεις,  με βάση την πρώτη στενότερη διατύπωση του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971, αλλά και τις καταθέσεις μετοχών, ομολογιών ή άλλων χρεωγράφων. Επικράτησε επιπλέον η άποψη ότι το ειδικό τραπεζικό απόρρητο αφορά όχι μόνο τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα αλλά και τα ξένα, δηλαδή τις θυγατρικές ξένων τραπεζών ή τα υποκαταστήματα. Το άρθρο 2 παρ 1 του ν.δ. προβλέπει περαιτέρω ότι «    1.  Διοικηταί,  μέλη  Διοικητικών  Συμβουλίων ή άλλων συλλογικών  οργάνων ή  υπάλληλοι  Τραπεζών,  οίτινες  ως  εκ  των  καθηκόντων των λαμβάνουν γνώσιν των τραπεζικών καταθέσεων, παρέχοντες καθ` οιονδήποτε τρόπον, οιανδήποτε περί αυτών πληροφορίαν, τιμωρούνται δια φυλακίσεως  τουλάχιστον εξ μηνών.  «Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι των αρμόδιων για την είσπραξη και τον έλεγχο στον τομέα των δημοσίων εσόδων υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης, καθώς και των αρμοδίων υπηρεσιών και ασφαλιστικών ταμείων για την είσπραξη των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.», όπως τα Το εντός “” δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω 2 τμε τη παρ.3 του άρθρου 63   του Ν. 4170/2013 (ΦΕΚ Α 163 12.7.2013). Με τη παράγαρφο 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι: “4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε περίπτωση παραβίασης του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου και απορρήτου των στοιχείων, εφαρμόζονται αναλογικά οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν. 3832/2010.” Το άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του νόμου 1868/1989 υιοθετεί τέλος μία και μοναδική περίπτωση άρσεως του απορρήτου, ορίζοντας ότι «Εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες τραπεζικές καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία, ή αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου  δια του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών  είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι ο νομοθέτης επιδιώκει να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία για το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων. Χαρακτηριστικές του σκοπού αυτού του νομοθέτη είναι οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του ν.δ. 1059/1971 που αφορούν την αυστηρή ποινική μεταχείριση των παραβατών (βλ.. άρθρο 2 παρ 1 του ν.δ. 1059), την απαγόρευση άρσεως του αξιοποίνου ακόμη και με τη συναίνεση ή έγκριση του δικαιούχου (άρθρο 2 παρ 1 εδ. β’ ), την αυστηρή δικονομική προστασία των υπόχρεων σε τήρηση του απορρήτου (άρθρο 2 παρ 3 ) και τους εξαιρετικούς λόγους για τους οποίους και μόνο αίρεται το απόρρητο (άρθρο 3). Με βάση τα ισχύοντα σήμερα νομοθετικά δεδομένα το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων αίρεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους που προβλέπει περιοριστικά ο νόμος. Πρόκειται ιδίως για λόγους δημοσίου συμφέροντος (Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 23/1986, Δ. Ευθυμιάδης, ΕλλΔνη 28(1987) σ. 1150 επ. (1151). Άρση τραπεζικού απορρήτου μπορεί να υπάρξει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις α) Υπέρ δικαστικών ή άλλων αρχών για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας β) Υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος ή άλλων αρχών για τη διευκόλυνση της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και για τη διασφάλιση της νομιμότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και εν γένει στο δημόσιο βίο, γ) Υπέρ των φορολογικών αρχών. Η δυνατότητα άρσεως του τραπεζικού απορρήτου για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων πέρα από τις συγκεκριμένες οριοθετημένες από τον προαναφερόμενο νόμο περιπτώσεις, παραμένει ζήτημα εντόνως αμφιλεγόμενο ακόμη και σε ορισμένες ειδικότερες περιπτώσεις του οικογενειακού δικαίου. Οι περιορισμένες σε αριθμό ρητές διατάξεις νόμου, οι οποίες έχουν επιτρέψει την άρση του τραπεζικού απορρήτου αφορούν α) την περίπτωση σφραγίσεως ακάλυπτης επιταγής εξαιτίας ελλείψεως διαθεσίμων σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 1325/1971 και β) τις καταθέσεις ασφαλιστικών εταιριών, εφόσον αποτελούν ασφαλιστική τοποθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.δ. 400/1970 (βλ. ΑΠ 44/1994, ΝοΒ 42 (1994) 1155 (1156-1157)=ΕλλΔνη 36(1995)342. Επιπρόσθετα μερίδα της θεωρίας επιχειρεί ερμηνευτικά με επίκληση ορισμένων διατάξεων του ΑΚ να οδηγηθεί σε ισοδύναμα αποτελέσματα χωρίς όμως οι λύσεις αυτές να έχουν γίνει ευρύτερα αποδεκτές. Πρόκειται π.χ. για τις περιπτώσεις όπου η άρση του τραπεζικού απορρήτου είναι αναγκαία για τη δικαστική προστασία του ιδίου του πιστωτικού ιδρύματος, για το δικαίωμα παροχής πληροφοριών σε ειδικές περιπτώσεις εκχωρήσεως απαιτήσεων και συμβάσεων εγγυήσεως ή ενεχύρου ή επικαρπίας επί καταθέσεως. Πέρα από τις παραπάνω περιπτώσεις δεν έχει ποτέ τεθεί θέμα άρσεως του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων καθώς το ν.δ. 1059/1971 δεν αφήνει κανένα σχετικό περιθώριο. Αλλά το ίδιο ισχύει για τον υπόλοιπο κύκλο των τραπεζικών εργασιών εκτός των καταθέσεων όπου λειτουργεί το γενικό επαγγελματικό τραπεζικό απόρρητο (βλ. Γνωμοδότηση Εις ΑΠ 23/1969, ΕλλΔνη 28(1987) σ 1150 επ. (1151).  Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται σ ήμερα από τη σχετικά πρόσφατη ρητή νομοθετική πρόβλεψη του άρθρου 24 του νόμου 2915/2001 η οποία «παραμερίζει» το ειδικό τραπεζικό απόρρητο αποκλειστικά και μόνον «έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης». Έτσι το πολιτικό δικαστήριο δεν διαθέτει την εξουσία να διατάξει την άρση του τραπεζικού απορρήτου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονας σκέψη της παρούσας (για όλα τα παραπάνω βλ. Γνωμοδότηση, Πελαγία Γέσιου-Φαλτσή, Δικαίωμα αποδείξεως και τραπεζικό απόρρητο ΕλλΔνη 50(2009)418). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των (άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 του ν. 5638/1932 : «Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν») όπως το άρθρο 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971, χρηματική κατάθεση σε ανοικτό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσοτέρων μαζί είναι, σύμφωνα με την έννοια του νόμου αυτού εκείνη που περιέχει τον όρο ότι από τον λογαριασμό της κατάθεσης αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, είτε ένας είτε μερικοί και όλοι ιδιαίτερα οι δικαιούχοι (άρ. 1 παρ. 1). Η χρηματική κατάθεση, για την οποία η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση (άρθρο 1 παρ. 2). Επί των καταθέσεων αυτών μπορεί να τεθεί ο όρος, ότι με τον θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο λογαριασμός από αυτήν περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες ως τον τελευταίο από αυτούς. Στην περίπτωση αυτή η κατάθεση περιέρχεται σε αυτούς ελεύθερη από κάθε φόρο κληρονομιάς ή τέλος. Αντίθετα, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται στους κληρονόμους του δικαιούχου που απέμεινε τελευταίος (άρθρο 2). Διάθεση της καταθέσεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται και οι κληρονόμοι εκείνου που πέθανε, είτε εξ αδιαθέτου είτε και εκ διαθήκης, καθώς και οι αναγκαίοι κληρονόμοι δεν έχουν δικαίωμα στην κατάθεση (αρ. 3). Σημειώνεται, ότι οι διατάξεις του νόμου 5638/1932 εφαρμόζονται ανάλογα και επί μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, κατ` άρθρο 19 παρ. 4 του νόμου 1969/1991. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, εφόσον με τέτοια κατάθεση πραγματοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομιά καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του ΑΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. της 7.7/13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών», αν σε τέτοια εταιρία έγινε κατάθεση χρημάτων ή ανωνύμων χρεωγράφων υπέρ τρίτων, αυτός γίνεται δικαιούχος των κατατεθέντων με την κατάθεση, χωρίς να χρειάζεται σχετική μνεία στην κατάθεση, ούτε αποδοχή εκ μέρους αυτού (τρίτου). Από τον συνδυασμό των διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι αυτή που περιέχει τον όρο ότι μπορεί να γίνεται χρήση του λογαριασμού αυτού ολικά ή μερικά, χωρίς σύμπραξη των λοιπών, είτε από έναν, είτε από μερικούς, είτε από όλους τους συνδικαιούχους κατ` ιδίαν και ότι η χρηματική αυτή κατάθεση επιτρέπεται να γίνεται σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση, μπορεί δε στην κατάθεση αυτή να τεθεί και πρόσθετος όρος, ότι με τον θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο σχετικός λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο, ελεύθερη από κάθε φόρο κληρονομιάς ή τέλος. Διάθεση της κατάθεσης με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του θανόντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων, δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση, εκτός αν με αυτή συντελέστηκε δωρεά, οπότε κρίνεται κατά τις διατάξεις για τη νόμιμη μοίρα ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομιά καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του αστικού κώδικα. Με την κατάθεση των χρημάτων σε κοινό λογαριασμό η τράπεζα στην οποία έγινε αυτή καθίσταται κυρία των χρημάτων που κατατέθηκαν, από το χρόνο της καταθέσεως τους και έχει υποχρέωση να αποδώσει, κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε, σε κάθε δικαιούχο του κοινού λογαριασμού, μέρος ή ολόκληρο το ποσό που κατατέθηκε, χωρίς τη σύμπραξη και του άλλου δικαιούχου, δεδομένου ότι η σχέση των συνδικαιούχων με την τράπεζα συνιστά ενεργητική εις ολόκληρον ενοχής κάθε δε δικαιούχος έχει δικαίωμα να αποσύρει χρήματα (είτε μέρος τους, είτε όλο το ποσό, ανάλογα με τις συμφωνίες μεταξύ των καταθετών), χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών τα χρήματα περιέρχονται στην κυριότητα του, ενώ ο άλλος δικαιούχος έχει μόνο ενοχικά αξίωση κατ` αυτού που τα ανέλαβε για την επιστροφή τους, ανάλογα με τις μεταξύ τους συμφωνίες. Το ίδιο δικαίωμα έχει κάθε δικαιούχος και σε περίπτωση θανάτου του άλλου, ακόμα και αν στην εν λόγω κατάθεση δεν τέθηκε ο προαναφερόμενος πρόσθετος όρος της διάταξης του άρθρου 2 του Νόμου 5638/1932, αφού σε αυτή δεν χωρεί κληρονομική διαδοχή, ο δε επιζών είναι δικαιούχος εξ ιδίου δικαίου κατά τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Νόμου 1059/1971, οι καταθέσεις σε ελληνικές τράπεζες, χαρακτηρίζονται ως απόρρητες, ενώ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 αυτού τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης οι διοικητές τα μέλη διοικητικού συμβουλίου άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι τραπεζών που παραβιάζουν το απόρρητο με παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας σχετικά με τις καταθέσεις, με εξαιρέσεις έναντι των ελεγκτικών οργάνων και των νομισματικών αρχών της Τράπεζας της Ελλάδας, των δικαστικών αρχών και των προανακριτικών κοινοβουλευτικών επιτροπών στις οποίες κατά νόμο ανατίθεται ο σχετικός έλεγχος των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή όργανα ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. Οι εξαιρέσεις αυτές καταγράφονται και οροθετούνται ειδικά από τον νόμο και δεν επεκτείνονται σε άλλες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ατομικές αξιώσεις, όπως όταν ζητούνται πληροφορίες από τον νόμιμο μεριδούχο καταθέτη που αποβίωσε και είχε με άλλο πρόσωπο κοινό λογαριασμό στην τράπεζα έστω και αν ο εν λόγω μεριδούχος επικαλείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, ότι με την κατάθεση συντελέστηκε δωρεά του θανόντος προς τον άλλο καταθέτη, η οποία υπολογίζεται στη νόμιμη μοίρα, κατ` άρθρο 1831 ΑΚ, ακόμη και όταν δεν υπάρχει στη σύμβαση του κοινού λογαριασμού ο παραπάνω πρόσθετος όρος του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932, αφού ο νόμιμος μεριδούχος, στην περίπτωση που συντελέστηκε με την κατάθεση δωρεά, θα ασκήσει ενοχικώς, ως δανειστής, τα δικαιώματα του κατά του καταθέτη που ωφελήθηκε και δεν έχει αμέσως και αυτοδικαίως δικαιώματα επί της καταθέσεως κατά το άρθρο 1825 παρ. 2 ΑΚ ούτε και απευθείας δικαιώματα κατά της τράπεζας και επομένως η τελευταία δεν έχει υποχρέωση κατά νόμο να παράσχει πληροφορίες για υπάρχοντα κοινό λογαριασμό και νόμιμα καλύπτεται από το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων, το οποίο δεν κάμπτεται από την ύπαρξη απλώς εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αιτούντος κατά το άρθρο 902 ΑΚ, (βλ. ΟλΑΠ 3/1993, ΝοΒ 43.223 ΑΠ 539/1992, ΕλλΔνη 35.78, ΑΠ 467/1990, ΝοΒ 39.1205 ΑΠ 530/1988, ΕλλΔνη 30 962, Δ. Κουτσούκη Το τραπεζικό απόρρητο στο ιδιωτικό δίκαιο, έκδ. 1994 σ. 198 επ.)

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή τους, κατ’ ορθή εκτίμηση του συνόλου του περιεχόμενου του δικογράφου τους, εκθέτουν ότι ..Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως αναλύεται περισσότερο στην υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες ζητούν : 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα τόσο της ρηθείσας εξουσιοδότησης της αποβιώσασας την 20-7-2011 ……., την οποία υπέγραψε η τελευταία, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 μέχρι 31-12-2010, και με την οποία αυτή παρέσχε στον πρώτο εναγόμενο την εξουσία να αναλάβει το ποσό οποιουδήποτε τραπεζικού ατομικού λογαριασμού διατηρούσε αυτή στην τότε Εμπορική Τράπεζα και δη με αριθμό 66848094 ατομικού της τραπεζικού λογαριασμού, όσο και του με αριθμό 6510/21-12-2010 ειδικού πληρεξουσίου της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ίου Κυκλάδων Αθηνάς Μιχαήλ Γυπάκη, το οποίο υπέγραψε η ως θανούσα και με το οποίο διόρισε ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό της τον πρώτο εναγόμενο, 2) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη, ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», να τους χορηγήσει (α.) επίσημο αντίγραφο της κίνησης του με αριθμό 66848094 ατομικού τραπεζικού λογαριασμού της ανωτέρω θανούσας, που διατηρούσε στην τότε Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η δεύτερη εναγόμενη, (β.) επίσημα αντίγραφα της εξουσιοδότησης της θανούσας θείας τους, που δόθηκε προς τον πρώτο εναγόμενο, κατά το διάστημα μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2010 καθώς της απόδειξης είσπραξης του πιστωτικού υπολοίπου του ως άνω λογαριασμού από τον πρώτο εναγόμενο, (γ.) επίσημο αντίγραφο της κίνησης κάθε άλλου ατομικού τραπεζικού λογαριασμού της ως άνω θανούσας στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η δεύτερη εναγόμενη, οι οποίοι υπήρχαν και μεταβλήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο βάσει των δύο (2) ως άνω πληρεξουσίων καθώς και (δ) επίσημα αντίγραφα των αποδείξεων είσπραξης των πιστωτικών υπολοίπων αυτών και τέλος να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών των εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύονται, κατ’ άρθρο 218 παρ 1 του ΚΠολΔ, αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας δικαιοπραξίας όσο και  αγωγή επίδειξης εγγράφων,  παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον (βλ. άρθρα 18, 22, 25 § 2, 31 παρ 3, 74  του ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, (βλ. άρθρα 215 επ. του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή ως προς την πρώτη σωρευόμενη βάση της είναι ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ 1 του ΚΠοΔ στοιχεία για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις οικείες μείζονες σκέψεις της παρούσας και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 131 παρ 1 και 180 του ΑΚ, 68, 70, 176 και 191 παρ 2 του  ΚΠολΔ, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του πρώτου εναγόμενου. Όσον αφορά την αντικειμενικώς σωρευόμενη δεύτερη κύρια βάση της αγωγής, είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον προσκρούει στο γενικό και ειδικό τραπεζικό απόρρητο, κατά τον βάσιμο περί τούτο ισχυρισμό της δεύτερης εναγόμενης, που προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της. Πρέπει, επομένως, δεύτερη σωρευόμενη κύρια βάση της αγωγής να απορριφθεί ως μη νόμιμη και να καταδικαστούν οι ενάγοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης εναγόμενης, λόγω της ήττας στους στην παρούσα δίκη, κατά ουσιαστική παραδοχή σχετικού προς τούτο αιτήματός της, υποβαλλόμενου με τις εμπροθέσμως και νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της (βλ. άρθρ 106, 176 και 191 παρ 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Ως προς την πρώτη σωρευόμενη βάση η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι δεν απαιτείται στην προκειμένη περίπτωση  η καταβολή του ανάλογου τέλους δικαστικού ενσήμου εκ μέρους των εναγόντων, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας εισάγει προς κρίση διαφορά μη αποτιμητή σε χρήμα.

Επομένως, θα πρέπει η υπό κρίση αγωγή ως προς το αίτημα της περί αναγνώρισης της ακυρότητας  του με αριθμό ……γενικού πληρεξουσίου της θανούσας ……….. της Συμβολαιογράφου …………………….να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου όμως, ο Δημήτριος Βογιατζής, Πρωτοδίκης – Εισηγητής, είχε αποκλίνουσα άποψη ως προς το αγωγικό αίτημα κατά της β΄ εναγομένης για την επίδειξη των ειδικότερα στην αγωγή αναφερομένων εγγράφων:

Κατά τα άρθρα 1 και 2 ν.δ. 1059/1971, οι κάθε μορφής καταθέσεις σε τραπεζικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 5 και 9 του Συντάγματος, 57 ΑΚ, άρθρου 2 ν. 2076/1992, του ν. 1858/1989 και άρθρου 27 ν. 1868/1989, προκύπτει ότι η τράπεζα είναι υποχρεωμένη, με απειλή ποινικής κύρωσης των υπευθύνων φυσικών προσώπων της, να τηρεί το απόρρητο των πάσης φύσεως καταθέσεων και λογαριασμών έναντι παντός τρίτου (ΟλΑΠ 3/1993 ΤΝΠ Νόμος, ΓνμδΕισΑΠ 23/1986). Άρση του απορρήτου επιτρέπεται μόνο (α.) στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης ή ποινικής δίωξης, εφόσον οι πληροφορίες είναι απολύτως αναγκαίες για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος, και (β.) ύστερα από ενέργεια του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω του 1.000.000 δρχ. για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, ενώ το απόρρητο δεν ισχύει εξ αρχής σε περιορισμένες εκ του νόμου περιπτώσεις, δηλαδή έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, έναντι των αρμόδιων αρχών για την είσπραξη στον τομέα των δημοσίων εσόδων υπηρεσιών της φορολογικής διοίκησης, έναντι των αρμόδιων υπηρεσιών και ασφαλιστικών ταμείων για την είσπραξη των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών και έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης μέχρι το ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Η τράπεζα πάντως δεν μπορεί να επικαλεστεί το απόρρητο όταν, αντίδικος ούσα του πελάτη της, επιθυμεί να μην επιδείξη έγγραφα που αφορούν την σχέση τους (Παϊσίδου, Η επίδειξη εγγράφων στην πολιτική δίκη, 2006, σελ. 184).

Το απόρρητο όμως αυτό δεν ισχύει για τον ίδιο τον καταθέτη, καθώς έχει θεσπιστεί για δικό του συμφέρον (ΑΠ 857/2004 ΕΕμπΔ 2005.97, ΕφΘεσσαλ 1445/2009 ΤΝΠ Νόμος), ενώ ομοίως δεν αντιτάσσεται έναντι προσώπων που δικαιούνται κατά τον νόμο να λάβουν γνώση των τραπεζικών λογαριασμών του πελάτη, όπως λ.χ. των συνδίκων της πτώχευσης, των πληρεξουσίων, εκτελεστών διαθήκης κτλ (ΕφΑθ 1664/2001 ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, κατά την ΑΚ 1710 “Κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από τον νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)”. Με την καθιερούμενη από την παραπάνω διάταξη καθολική διαδοχή, ο κληρονόμος υπεισέρχεται συνολικά σε όλες τις σχέσεις μη προσωποπαγείς σχέσεις του κληρονομουμένου. Μάλιστα στον κληρονόμο μεταβιβάζονται ακόμη και δικαιώματα ευρισκόμενα στο στάδιο της γένεσης, όπως το δικαίωμα προσδοκίας, καθώς και ποικίλες έννομες σχέσεις και καταστάσεις, ιδίως συμβατικές, ακόμη και ορισμένες που στερούνται περιουσιακής αξίας (Απ. Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο, 2010, σελ. 34).

Η παραπάνω προσέγγιση δεν πρέπει να συγχέεται με την προβληματική της κάμψης ή όχι του τραπεζικού απορρήτου του κοινού λογαριασμού έναντι των κληρονόμων σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2 ν. 5628/1932 (“Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων”). Πιο συγκεκριμένα, το απόρρητο κάμπτεται έναντι των κληρονόμων, διότι αυτοί υπεισέρχονται ως καθολικοί διάδοχοι του θανόντος σε όλες τις μη προσωποπαγείς σχέσεις του κληρονομουμένου άρα και στις περιουσιακές του σχέσεις με τα τραπεζικά ιδρύματα, ενώ στον κοινό λογαριασμό οι κληρονόμοι είναι τρίτοι έναντι του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, εφόσον καλείται σε εφαρμογή το άρθρο 2 ν. 5638/1932, με συνέπεια η Τράπεζα, και να δύναται, αλλά και να υποχρεούται να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών λόγω απορρήτου (για την πρόσφατη νομολογία επί του θέματος βλ. ΕφΠατρ 235/2007, ΜΠρΑθ 7965/2004, ΜΠρΘεσσαλ 18952/2003 ΤΝΠ Νόμος).

Εξαίρεση στο τραπεζικό απόρρητο του κοινού λογαριασμού έναντι των τρίτων κληρονόμων θα πρέπει να γίνει δεκτή στην περίπτωση που ο λογαριασμός αυτός κατέστη κοινός με άκυρη δικαιοπραξία. Πιο συγκεκριμένα, η ΑΚ 180 ορίζει ¨Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε”, με συνέπεια η συναφθείσα δικαιοπραξία να θεωρείται άκυρη ex tunc και τα αποτελέσματα που βάσει αυτής επήλθαν να ανατρέπονται αναδρομικά, θεωρούμενα ως μη γενόμενα (βλ. και ΑΠ 729/2011 ΤΝΠ Νόμος). Σε περίπτωση λοιπόν που λογαριασμός θανόντος κατέστη προ του θανάτου του κοινός με τρίτο πρόσωπο με άκυρη δικαιοπραξία, συνεπής εφαρμογή της ΑΚ 180 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο λογαριασμός αυτός ουδέποτε κατέστη κοινός, ότι το τρίτο πρόσωπο δεν έχει απαίτηση επί των καταθέσεων που o λογαριασμός περιέχει έναντι της Τράπεζας και ότι ο λογαριασμός αυτός περιέχεται στους κληρονόμους ως τμήμα της κληρονομίας, με συνέπεια να μην υφίσταται απόρρητο των καταθέσεων που αυτός περιέχει έναντι των κληρονόμων.

Περαιτέρω, όπως ορίζει η ΑΚ 178, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, ενώ κατά την ΑΚ 180, η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. Ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί καταχρηστική ένσταση (ΑΠ 31/1993 ΤΝΠ Νόμος) συνεπώς συνίσταται σε επίκληση πραγματικών γεγονότων και λαμβάνεται υπόψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον τα πραγματικά αυτά γεγονότα προκύπτουν από τη δικογραφία (Καλαβρός, Πολιτική Δικονομία Γενικό Μέρος ΙΙ, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα 2006, σελ. 360). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 2067/2013, ΑΠ 1019/2010 ΤΝΠ Νόμος). Προκειμένου να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (ΟλΑΠ 398/1975, ΑΠ 2067/2013, ΑΠ 1019/2010 ΤΝΠ Νόμος). Τέτοια αντίθεση στα χρηστά ήθη συνεπώς υπάρχει όταν κάποιος, εν γνώσει ότι τρίτος στερείται της γνώσης των πραττομένων του ή βρίσκεται σε διανοητική ή ψυχική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, εκμεταλλεύεται την κατάσταση αυτή και συμβάλλεται με τον τρίτο αυτόν ή αποσπά μονομερή δικαιοπραξία από αυτόν, αποσκοπώντας στην βλάβη των εννόμων συμφερόντων του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ  αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ  την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης εναγόμενης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ  εν μέρει την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα του με αριθμό 6510/21.12.2010 γενικού πληρεξουσίου της θανούσας …….. ενώπιον της Συμβολαιογράφου της νήσου Ίου του Νομού Κυκλάδων Αθηνάς Γυπάκη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πρώτο εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Νάξο στις  Μαίου 2015 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις  Μαίου 2015, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                        Η ΓPAMMATEAΣ

Σχολιασμός από Ευθυμία Πραγιάννη

Εισαγωγή

Με αφορμή την υπ’ αριθμόν 21/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, στις γραμμές που ακολουθούν θα εξεταστούν δύο από τα κύρια ζητήματα που ανακύπτουν στο χώρο του Αστικού Ιατρικού Δικαίου. Το πρώτο από αυτά αφορά στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά την ΑΚ 131, η οποία εισάγει μία ειδική κατηγορία προσώπων ανίκανων προς δικαιοπραξία (Σπυριδάκης, Η Δικαιοπρακτική (Αν)ικανότητα, σ. 33. Πραγιάννη, Η Συναίνεση του Δικαιοπρακτικά Ανίκανου Ασθενούς στην Ιατρική Πράξη, σ. 72), προκειμένου να κηρυχθεί ως άκυρη η δήλωση βούλησης και πως αυτή λειτουργεί τόσο στο πλαίσιο του Αστικού Δικαίου (Μέρος Α) όσο και στο πλαίσιο του Ιατρικού Δικαίου (Μέρος Β). Το δεύτερο ζήτημα που θα εξεταστεί αφορά στην προβληματική της νομικής ισχύος δημόσιων και ιδιωτικών ιατρικών πιστοποιητικών (Μέρος Γ).

Μέρος Α: Η λειτουργία της ΑΚ 131 στο Αστικό Δίκαιο

I. Προϋποθέσεις ακυρότητας δήλωσης βούλησης υπό το πρίσμα της ΑΚ 131 § 1. Κατά τη διάταξη της ΑΚ 131 θεσπίζονται δύο διαφορετικής φύσεως περιπτώσεις διατάραξης των διανοητικών λειτουργιών του προσώπου που προβαίνει σε δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, οι οποίες δύνανται να επιφέρουν ακυρότητα της δήλωσης βούλησης εφόσον κατά το χρόνο που προέβη σε αυτήν είτε δεν είχε συνείδηση των πράξεών του είτε βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (ΑΠ 1979/ 2009, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Κατά την νομολογία (αντί άλλων βλ. ΑΠ 8/2013, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) έλλειψη της συνείδησης του προσώπου για τις πράξεις που επιχειρεί υπάρχει όταν «λείπει απ’ αυτό η δυνατότητα της διάγνωσης της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης δικαιοπραξίας, συνιστά δε αυτή παροδική διατάραξη που δεν οφείλεται σε ασθένεια». Χαρακτηριστικές περιπτώσεις έλλειψης συνείδησης των πράξεων που οφείλονται σε λόγους άσχετους με κάποια ασθένεια αποτελούν η μέθη, η χρήση τοξικών ουσιών (ΑΠ 1979/2009, ό.π.) και η ύπνωση (ΑΠ 645/2015, ΑΠ 1872/2011, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Ψυχική ή διανοητική διαταραχή (πνευματική νόσος κατά την αρχική διατύπωση του άρθρ. 131 του ΑΚ. πλέον κάθε ψυχική διαταραχή νοείται σαν πνευματική νόσος, βλ. ΑΠ 48/2009, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης, «υπάρχει, όταν εξ αιτίας νόσου, που μπορεί να είναι προσωρινή ή διαρκής, το πρόσωπο αδυνατεί και πάλι να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και να προσδιορίσει έτσι με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του».

Ειδικότερα, η ύπαρξη ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής στο πρόσωπο του δικαιοπρακτούντος, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 372/2015, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), συνεπεία της οποίας αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς κατά τον κρίσιμο χρόνο, αρκεί, επομένως, δεν είναι απαραίτητο να έχει υπαχθεί το πρόσωπο αυτό σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης κατά τους ορισμούς της ΑΚ 1666 (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 888/ 2010, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται «… κατά την εφαρμογή του άρθρου 131 ΑΚ, για την αξιολόγηση της αγωγής ως βάσιμης …, εκ περισσού […] αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο συνομολογήσεως της εν λόγω συμβάσεως εκκρεμούσε αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος περί υποβολής του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω της γεροντικής του άνοιας και της συνεπεία αυτής ψυχικής και διανοητικής του διαταραχής»).

Συνήθεις περιπτώσεις ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αποτελούν η σχιζοφρένεια, η παράνοια, η ολιγοφρένεια, η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση (ΑΠ 1979/2009, ό.π.). Εάν το πρόσωπο πάσχει συγκεκριμένα από πνευματικής φύσεως ασθένεια, αυτή υπάγεται στην κατηγορία της ψυχικής διαταραχής, όπου μεταξύ των πιο συνηθισμένων περιπτώσεων που οδηγούν σε αυτή αναφέρονται οι εξής ασθένειες: οι γνήσιες ψυχώσεις, η γεροντική άνοια, η μαλάκυνση εγκεφάλου, η ηλιθιότητα, οι έμμονες ιδέες, οποιαδήποτε νοσηρή κατάσταση των πνευματικών λειτουργιών, καθώς και η νοσηρή διατάραξη οφειλόμενη σε σωματική νόσο (βλ. υπό σχολιασμό απόφαση, ΠΠΝάξου 21/ 2015).

Ομοίως, συνδυασμός μόνιμων και διαρκών ασθενειών, ιδίως εάν αυτές δεν συνοδεύονται από φωτεινά διαλλείματα (ΑΠ 1041/2011 ΝοΒ 2012, 338), όπως αυτές του πάρκινσον και του αλτσχάϊμερ, που οδηγούν σε προοδευτική έκπτωση των νοητικών λειτουργιών και ικανοτήτων του ασθενούς, με αποτέλεσμα αυτός να στερείται της διανοητικής ικανότητας να συλλάβει την ουσία και το περιεχόμενο των εντολών που δίνει (ΑΠ 8/2013, ό.π.) ή να μην μπορεί να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς τη βούλησή του, κατά τρόπο ελεύθερο και να αντισταθεί έτσι σε υποβολή που προέρχεται από άλλους (ΑΠ 888/2010, ό.π.) εμπίπτει στο περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης.

Επιπλέον, ασθενής ο οποίος πάσχει από καρκίνο και λαμβάνει ισχυρή φαρμακευτική αγωγή, της οποίας οι παρενέργειες είναι τόσο ισχυρές ώστε να επιδρούν καταλυτικά στην πνευματική του διαύγεια, υπάγεται στο πραγματικό της ΑΚ 131 § 1 (ΑΠ 48/2009, ό.π.. Επίσης, βλ. σχετικά και Πραγιάννη, Δικαστική Συμπαράσταση. Σε: Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, σ. 930 επ).

II. Ακυρότητα. Η ακυρότητα (ΑΚ 180) που επέρχεται είναι και στις δύο περιπτώσεις απόλυτη (ΑΠ 372/2015, ό.π., ΑΠ 8/2013, ό.π.), συνεπώς δύναται να προταθεί από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον και έναντι οποιουδήποτε έλκει δικαιώματα από την άκυρη πράξη (ΑΠ 48/2009, ό.π.), επέρχεται αυτοδίκαια (ΑΠ 48/2009, ό.π.), για τη θεμελίωση, δε, της ακυρότητας αρκεί η επίκληση και απόδειξη οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες καταστάσεις ανικανότητας, ενώ δεν ενδιαφέρει ούτε η γνώση ή άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο και ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από το άλλο μέρος (ΑΠ 1291/2010, ό.π.). Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η επίκληση της μίας από αυτές καθιστά χωρίς αντικείμενο και την επίκληση της άλλης, εφόσον βέβαια με αυτή δεν εισάγεται επικουρική αγωγική βάση (ΑΠ 8/2013, ό.π.).

III. Κρίσιμος χρόνος και αντικείμενο της δήλωσης βούλησης. Σε κάθε περίπτωση κρίσιμος χρόνος για την κρίση της συνδρομής ή όχι των ως άνω προϋποθέσεων είναι ο χρόνος της δήλωσης βούλησης, συνεπώς γεγονότα προγενέστερα ή μεταγενέστερα αυτής δεν είναι ουσιώδη (ΑΠ 8/2013, ό.π., ΑΠ 531/2013, ΝοΒ 2013, 1918).

Με άλλα λόγια, η ρύθμιση της ΑΚ 131 αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βούλησης για την συγκεκριμένη δήλωση βούλησης που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 1291/2010, ό.π.). Ωστόσο, αν πρόκειται για μόνιμη πνευματική ασθένεια, η οποία αποκλείει την χρήση του λογικού, δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο της δήλωσης, αφού αυτή τεκμαίρεται λόγω της διάρκειας και της μόνιμης πνευματικής νόσου (ΑΠ 531/2013, ό.π.).

IV. Νόμω Βάσιμο και Ορισμένο της αγωγής. Για τη νομική βασιμότητα της αγωγής ακυρότητας δικαιοπραξίας αρκεί η επίκληση των στοιχείων που πληρούν το πραγματικό της ΑΚ 131 § 1 (ΑΠ 372/2015, ό.π.). Προκειμένου να είναι ορισμένη η (αναγνωριστική) αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της δήλωσης βούλησης λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν απαιτείται να αναφέρεται συγκεκριμένη νόσος. Αντίθετα, η νόσος δύναται να είναι οποιαδήποτε, ακόμα και αδιάγνωστη, καθώς σύμφωνα με την ΑΚ 131 επιρροή ασκεί το αποτέλεσμα που επέρχεται, δηλαδή ο αποφασιστικός περιορισμός της λειτουργίας της βούλησης του δικαιοπρακτούντος (ΑΠ 1291/2010, ό.π.), με αποτέλεσμα να αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από αυτήν (ΑΠ 531/2013, ό.π., ΑΠ 1041/2011, ό.π.). Επομένως, στο αγωγικό δικόγραφο θα πρέπει να αναφέρονται, έστω και κατά γενικό τρόπο, τα στοιχεία της δικαιοπραξίας από τα οποία προκύπτει η ανικανότητα του προσώπου (ΑΠ 8/2013, ό.π.).

V. Ακυρότητα δικαιοπραξιών καταρτισθέντων από κληρονομούμενο πρόσωπο. Η ΑΚ 131 § 2 προβλέπει ότι οι κληρονόμοι του προσώπου που, ενώ βρισκόταν σε μία από τις καταστάσεις της πρώτης παραγράφου, κατήρτισε επαχθείς δικαιοπραξίες, δηλαδή δικαιοπραξίες με τις οποίες η προσπόριση του περιουσιακού οφέλους έγινε έναντι ανταλλάγματος, έχουν το δικαίωμα να επικαλεστούν την ακυρότητά τους. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό των κληρονόμων δεν είναι απεριόριστο, καθώς η ΑΚ 131 § 2 προβλέπει το δικαίωμα ακύρωσης, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (1- 3) (ΑΠ 8/2013, ό.π.).

Μέρος Β: Η λειτουργία της ΑΚ 131 στο Ιατρικό Δίκαιο

Ι. Η ΑΚ 131 και η έγκυρη παροχή συναίνεσης. Προκειμένου να θεωρηθεί ότι ένα ενήλικο πρόσωπο εκφράζει έγκυρα τη συναίνεσή του για την τέλεση ιατρικής πράξης, θα πρέπει κατά το χρόνο της δήλωσής του να έχει συνείδηση των πράξεών του, δηλαδή να διαθέτει τη λογική κρίση προκειμένου να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο αυτών (Αγαλλοπούλου, Βασικές Έννοιες Αστικού Δικαίου- Ι. Γενικές Αρχές, σ. 174. Λαδάς, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, σ. 391. Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές, σ. 157) και να μη βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που να την περιορίζει σημαντικά (ΑΚ 131) (Παπαζήση, Συναίνεση ως προϋπόθεση σύννομης παροχής υπηρεσιών υγείας, Digesta 2004, 459. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σ. 157. Αγαλλοπούλου, ό.π., σ. 175, Σπυριδάκης, ό.π., σ. 32). Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρόσωπο δεν έχει γενικά ανικανότητα προς δικαιοπραξία, αλλά ανικανότητα μόνο για τη συγκεκριμένη δήλωση βούλησης (Δεληγιάννης, Εισηγήσεις Αστικού Δικαίου- τ.Α, σ. 128). Γι’ αυτό το λόγο, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ορθά γίνεται δεκτό ότι η διάταξη επί της ουσίας εισάγει μία ειδική κατηγορία προσώπων ανίκανων για δικαιοπραξία (Σπυριδάκης, ό.π., σ. 33).

Η ιδιαιτερότητα με τα πρόσωπα που υπάγονται στο καθεστώς της ΑΚ 131 είναι ότι ενώ βρίσκονται σε κατάσταση παροδικής (πχ απώλεια αισθήσεων λόγω υπογλυκαιμικού επεισοδίου) ή μονιμότερης (πχ κώμα, χρόνιες μαθησιακές δυσκολίες) ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν έχουν υπαχθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης και δεν έχουν νόμιμο εκπρόσωπο, οπότε και γίνεται λόγος είτε για «παροδική απόλυτη δικαιοπρακτική ανικανότητα» (Σπυριδάκης, ό.π., σ. 25) είτε για «σχετική ανικανότητα για δικαιοπραξία» (Αγαλλοπούλου, ό.π., σ. 175) ή για «ειδική αδικοπρακτική ανικανότητα» (Παπαστερίου Η., Γενικές  Αρχές Αστικού Δικαίου, σ. 426) ή με άλλη ορολογία για «παροδική», «προσωρινή» ή «ουσιαστική» ανικανότητα (Λαδάς, ό.π., σ. 389).

Παρ’ όλα αυτά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης και αν εκφράσουν τα πρόσωπα αυτά- και κατ’ επέκταση και η συναίνεση σε ιατρική πράξη- είναι, κατά την κρατούσα γνώμη, απολύτως άκυρη (Παπαζήση, Ζητήματα Βιοηθικής στη Σύμβαση του Οβιέδο, ΧρΙΔ 2006, 390. Σπυριδάκης, ό.π., σ. 81 επ.), με την εξαίρεση ότι- αντίθετα με τους υπαχθέντες σε δικαστική συμπαράσταση- αν τα πρόσωπα της ΑΚ 131 την ώρα που παρέχουν τη συναίνεσή τους βρεθούν σε φωτεινό διάλειμμα, η συγκεκριμένη δήλωση βούλησής τους είναι έγκυρη (Δεληγιάννης, ό.π., σ. 264), καθώς η δικαιοπρακτική ικανότητα ανακτάται (Σπυριδάκης, ό.π., σ. 41).

ΙΙ. Η λειτουργία της ΑΚ 131 στο προϊσχύσαν δίκαιο. Στο προϊσχύσαν δίκαιο γινόταν η ακόλουθη διάκριση: Για τα μεν πρόσωπα που βρίσκονταν σε παροδική αδυναμία να εκφράσουν έγκυρη δήλωση βούλησης, η λήψη της συναίνεσης μετατίθετο σε επόμενο χρόνο όταν το πρόσωπο θα είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του. Στο μεταξύ παρέχονταν οι απολύτως απαραίτητες ιατρικές πράξεις (πχ χορήγηση οξυγόνου) που άλλωστε θα βοηθούσαν τον ασθενή να επανέλθει. Σε επείγουσα περίπτωση εφαρμοζόταν το άρθρο 8 της Σύμβασης του Οβιέδο. Εάν όμως ο ασθενής έπασχε από ψυχική ή διανοητική διαταραχή η οποία χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της μονιμότητας, τότε κινούταν η διαδικασία διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και μόνο σε περίπτωση επείγοντος δρούσε αυθαίρετα ο ιατρός σύμφωνα με τα οριζόμενα από το προαναφερθέν άρθρο της Σύμβασης του Οβιέδο (Παπαζήση, ό.π., Digesta 2004, σ. 460).

ΙΙΙ. Η λειτουργία της ΑΚ 131 στο ισχύον δίκαιο. Πλέον υπό το ισχύον δίκαιο καθίσταται σαφές ότι η απαιτούμενη συναίνεση παρέχεται από εκείνους που τον εκπροσωπούν νόμιμα, οι οποίοι είναι οι οικείοι του, οι οποίοι ασφαλώς θα πρέπει να είναι δικαιοπρακτικά ικανά πρόσωπα (Λασκαρίδης, σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 1 αρ. 14), όπως ορίζει και η ΚΙΔ 12. Βέβαια, η νέα ρύθμιση της ΚΙΔ 12 δε θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις που υπάγονται στο πραγματικό της ΑΚ 131. Η προαναφερθείσα διάκριση μεταξύ παροδικής και μονιμότερης διαταραχής θα πρέπει να γίνει και στο ισχύον δίκαιο. Αυτό άλλωστε φαίνεται να συνάγεται και από το γράμμα της διάταξης, σύμφωνα με την οποία η συναίνεση των οικείων- κατά υποκατάσταση της συναίνεσης του ίδιου του ασθενούς- φαίνεται να καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις μονιμότερων ψυχοπνευματικών διαταραχών που είναι δυνατόν να οδηγήσουν στην υποβολή του πάσχοντος σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης (Βλάχου, Ο ρόλος των οικείων στην αναπλήρωση της συναίνεσης του ασθενούς, Digesta 2009, 372, 380).

Ασφαλώς, οι οικείοι του ασθενούς, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι πρόσωπα τα οποία συνδέονται με τον ανίκανο να συναινέσει με δεσμούς αγάπης και στοργής (Πολίτης, Άρνηση ενηλίκου και ανηλίκου ασθενούς (των εχόντων την επιμέλειά του) να δεχθούν ιατρικά ενδεδειγμένη ιατροχειρουργική επέμβαση. Η αξιολόγηση των έννομων αγαθών της ζωής και υγείας έναντι της αυτοδιάθεσης, της αξίας και αξιοπρέπειας του ατόμου. Κατήργησε το άρθρ. 12 παρ. 3 περ. γ’ ΚΙΔ τις διατάξεις του άρθρ. 1534 ΑΚ;,  ΕΙΔ 2010, 108, 137), δεν υποκαθιστούν τη συναίνεση του ασθενούς, αλλά ερμηνεύουν την εικαζόμενη βούλησή του. Συνεπώς, όπως φαίνεται και από το ίδιο το γράμμα της διάταξης, το δικαίωμα των οικείων να παρέχουν τη συναίνεσή τους είναι όλως επικουρικό και ενεργοποιείται όχι μόνο όταν δεν υπάρχει ήδη δικαστικός συμπαραστάτης, αλλά και όταν ο χρόνος δεν επαρκεί για να διορισθεί (Δουγαλής, σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 12, αρ. 12). Στην αντίθετη περίπτωση ο ασθενής θα ετεροκαθοριζόταν και στην ουσία θα ετίθετο στη διάθεση και θα υπόκειτο στη βούληση τρίτων, γεγονός το οποίο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως αυτές τυποποιούνται στο Σύνταγμα και στον Αστικό Κώδικα (Ψαρούλης/ Βούλτσος, Ιατρικό Δίκαιο- Στοιχεία Βιοηθικής, σ. 227).

Μέρος Γ: Δημόσια και ιδιωτικά ιατρικά πιστοποιητικά

Ένα από τα πιο συζητημένα θέματα που έχουν ανακύψει στο χώρο του Ιατρικού Δικαίου αφορά στο αν τα ιδιωτικά και δημόσια ιατρικά πιστοποιητικά θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαία τόσο σε επίπεδο νομικής ισχύος όσο και σε επίπεδο αποδεικτικής δύναμης.

Ι. Η αντινομία μεταξύ των ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α και ΚΠολΔ 440. Η ρύθμιση της ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α, ιδίως μετά το Ν. 3627/ 2007 που με το άρθρο 6 § 2 κατήργησε το εδ. γ’ της ΚΙΔ 5 § 1 που όριζε ότι «τυχόν ειδικότερες ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν», έρχεται σε αντίθεση με την ΚΠολΔ 440, το περιεχόμενο της οποίας ορίζει ότι τα δημόσια έγγραφα «αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς όσο βεβαιώνονται σε αυτά […]». Συνεπώς, ενώ από την μία πλευρά τα δημόσια έγγραφα δημιουργούν τεκμήριο εγκυρότητας ως προς το περιεχόμενό τους, τα ιδιωτικά έγγραφα, υπό την προϋπόθεση ότι η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη μόνο για το ότι η περιεχόμενη σε αυτά δήλωση προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου και όχι για την γνησιότητα του περιεχομένου του (ΚΠολΔ 445) (Νίκας, Πολιτική Δικονομία ΙΙ, σ. 516- 517. Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας (- Τέντες), ΚΠολΔ Ι, άρθρ. 445, αρ. 3).  Δημιουργείται, επομένως, μία σχέση αντινομίας μεταξύ τους, δεδομένου ότι πρόκειται για κανόνες ίσης τυπικής ισχύος (Λασκαρίδης, Η Εξίσωση της Νομικής Ισχύος Δημοσίων και Ιδιωτικών Ιατρικών Πιστοποιητικών, Digesta 2009, 357- 368, 366).

ΙΙ. Μέθοδοι άρσης της αντινομίας. Σε κάθε περίπτωση αντινομίας που εγείρεται μεταξύ διατάξεων ίσης τυπικής ισχύος, ο εφαρμοστής του δικαίου προκειμένου να την άρει έχει τη δυνατότητα να καταφύγει είτε στη βούληση του Νομοθέτη είτε στις τρεις βασικές ερμηνευτικές οδηγίες που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομικής σκέψης, δηλαδή “lex superior derogat legi inferiori”, “lex specialis derogat legi generali” και “lex posterior derogat legi priori” ή τέλος στο μεθοδολογικό εργαλείο της στάθμισης των προστατευομένων εννόμων αγαθών (Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 366- 367). Ωστόσο, για την άρση της αντινομίας μεταξύ των διατάξεων της ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α και της ΚΠολΔ 440 δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε καμία από αυτές τις μεθόδους. Πιο συγκεκριμένα, ο λόγος που δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στη βούληση του Νομοθέτη είναι ότι αυτή είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη. Ομοίως, ούτε οι τρεις βασικές ερμηνευτικές οδηγίες είναι πρόσφορες να άρουν την υπό κρίση σύγκρουση, αλλά και ούτε χρειάζεται να εφαρμόσουμε το έσχατο μέσο της στάθμισης εννόμων αγαθών, καθώς- όπως θα αναφερθεί αμέσως παρακάτω- επί της ουσίας οι δύο διατάξεις δρουν συμπληρωματικά (Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 358).

ΙΙΙ. Συρροή συμφερόντων των ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α και ΚΠολΔ 440. Όπως ορθά παρατηρείται (Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 364, 367), η σύγκρουση των διατάξεων των ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α και ΚΠολΔ 440 είναι φαινομενική, καθώς η ικανοποίηση του ενός αγαθού συνεπάγεται και την ικανοποίηση του άλλου. Απ’ την μία πλευρά, η ΚΠολΔ 440 εξυπηρετεί το συλλογικό συμφέρον της οικονομίας της δίκης (Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 368. ο ίδιος, σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 5 αρ. 18) και απ’ την άλλη η ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α εξυπηρετεί το συμφέρον της νομικής εξίσωσης των πράξεων και εν προκειμένω της έκδοσης των ιατρικών πιστοποιητικών όλων των ιατρών, ανεξαρτήτως από το αν πρόκειται για δημόσιους ή ιδιώτες γιατρούς (Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 361), δεδομένου άλλωστε ότι σε περίπτωση έκδοσης ψευδούς πιστοποιητικού επέρχονται οι ίδιες ποινικές συνέπειες τόσο για τους κρατικούς όσο και για τους ιδιώτες ιατρούς (Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 368). Συνεπώς, όχι μόνο δεν συγκρούονται μεταξύ τους οι δύο διατάξεις, αλλά πολύ περισσότερο το συλλογικό συμφέρον για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, όπως προβλέπεται από τον ΚπολΔ, συρρέει με το συμφέρον εξίσωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ιατρών που εισάγεται με τον ΚΙΔ (Λασκαρίδης, σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 5 αρ. 18). Κατ’ αποτέλεσμα, ο κανόνας της ΚΙΔ 5 § 1 εδ. α πρέπει να συνδυαστεί με την ΚΠολΔ 440, ώστε να οδηγηθούμε στο αποτέλεσμα ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά που χορηγούνται από ιδιώτη ιατρό αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, όπως σωστά αναφέρεται και στην υπό σχολιασμό απόφαση (έτσι και Λασκαρίδης, ό.π., Digesta 2009, 367 επ., αλλά και ο ίδιος, σε ΕρμΚΙΔ, άρθρο 5 αρ. 18).

Back To Top